Ουκρανία | Η Δύση αυταπατάται εάν περιμένει ‘ειρήνη’ από μια εγκατάλειψή της

ουκρανία

Ο χειμώνας έρχεται στην Ουκρανία και το πόσο βάναυσος θα είναι – καθώς η Ρωσία εντείνει ξανά τον αεροπορικό της πόλεμο για να πλήξει πόλεις και ενεργειακές υποδομές – εξαρτάται από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Δυστυχέστατα, και οι δυο τους φαίνεται να χάνουν τον προσανατολισμό τους μετά από μια περίοδο εκπληκτικής αποφασιστικότητας και ενότητας και, πλέον, χρειάζεται μια ριζική προσαρμογή στον τρόπο με τον οποίο θέτουμε το πλαίσιο του πολέμου.

Thank you for reading this post, don't forget to subscribe!

Πάρα πολλοί άνθρωποι φαίνεται να έχουν χάσει από το οπτικό τους πεδίο ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη στρατιωτική εμπλοκή που έχει δει η Ευρώπη από το 1945, κάνοντας να μοιάζει νανώδης ακόμη και η σκληρή αντιτρομοκρατική επιχείρηση του Ισραήλ στη Γάζα. Είναι ένας κατακτητικός πόλεμος τον οποίο ξεκίνησε η Ρωσία το 2014, ο οποίος κλιμακώθηκε δραματικά πριν από σχεδόν δύο χρόνια και, επομένως, δεν καθορίζεται από την επιτυχία ή την αποτυχία μιας εαρινής ή φθινοπωρινής επίθεσης από καμία από τις δύο πλευρές. Αυτό είναι σημαντικό να το επαναλαμβάνουμε, καθώς τόσο πολλή σκέψη σχετικά με το τι θα γίνει στη συνέχεια λαμβάνει ως αφετηρία της την αδυναμία της καλοκαιρινής αντεπίθεσης της Ουκρανίας να εξασφαλίσει μια σημαντική ανακατάληψη εδαφών.

Λάθος υποθέσεις

Εάν η Ουκρανία δεν μπορεί να επιτύχει τη νίκη, λέει η συγκεκριμένη λογική, ποιος είναι τότε ο σκοπός της παράτασης του πολέμου ή της συνέχισης της αποδοχής του κόστους του; Μήπως άραγε θα ήταν καλύτερο να ασκήσουμε τη λογική “η αγάπη πονάει”, υποχρεώνοντας τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολόντιμιρ Ζελένσκι σε μια κατάπαυση του πυρός κατόπιν διαπραγματεύσεων; Τα ερωτήματα είναι άστοχα γιατί προκύπτουν από δύο λανθασμένες βασικές υποθέσεις: πρώτον, ότι η διαπραγμάτευση μιας ειρήνης εξαρτάται από την Ουκρανία και δεύτερον, ότι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη συσπειρώθηκαν γύρω από το Κίεβο από το 2022 για να επιτύχουν κάποιου είδους “νίκη” επί της Ρωσίας.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις εξαρτώνται περισσότερο από τη Ρωσία – τη δύναμη εισβολής. Επιπλέον, δεν υπάρχει κανένα σημάδι ότι ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν είναι έτοιμος να αποδεχθεί μια διαρκή κατάπαυση του πυρός στις υπάρχουσες γραμμές μάχης. Οι ενέργειες της Ρωσίας, για να μην αναφέρουμε τη συνεχιζόμενη κλιμάκωση της ρητορικής του Κρεμλίνου και τη διακήρυξη “προσαρτήσεων” εδαφών τα οποία ακόμη δεν ελέγχει, υποδηλώνουν το αντίθετο.

Ομοίως, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη ήλθαν σε βοήθεια του Κίεβου όχι για να μπορέσει να νικήσει τη Ρωσία, αλλά για να μπορέσει να αμυνθεί, αποτρέποντας μια ρωσική επέκταση η οποία υποσχόταν μακροπρόθεσμη αστάθεια για την Ευρώπη. Αυτοί παραμένουν ζωτικής σημασίας σκοποί, χωρίς καν να αναφέρονται εδώ πιο νεφελώδεις στόχοι εδραζόμενοι σε αξίες, όπως η υπεράσπιση της δημοκρατίας ή του διεθνούς δικαίου. Είναι επίσης πιο επιτεύξιμοι απ’ ό,τι φαινόταν αμέσως μετά την εισβολή της Ρωσίας το 2022.

Για να είμαστε δίκαιοι προς τον Πούτιν, θα ήταν παράλογο να εγκαταλείψει τους στόχους του τώρα, σε μια στιγμή που η χρηματοδότηση και η στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία βρίσκονται σε κίνδυνο και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Ο Λευκός Οίκος αυτή την εβδομάδα προειδοποίησε ότι θα ξεμείνει από χρήματα για να στηρίζει την Ουκρανία μετά τα τέλη Δεκεμβρίου, εκτός εάν οι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο άρουν την αντίθεσή τους, ένα ενδεχόμενο που ένας αξιωματούχος της κυβέρνησης Μπάιντεν σωστά διαπίστωνε ότι θα “γονατίσει” την ικανότητα της Ουκρανίας να αμύνεται στις ρωσικές επιθέσεις.

Εν τω μεταξύ, ο σύμμαχος του Πούτιν, πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν, έχει καταστήσει σαφές ότι σκοπεύει είτε να αξιοποιήσει προς όφελός του διεκδικώντας ανταλλάγματα είτε να ματαιώσει τόσο τη δημιουργία ενός ταμείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ύψους 50 δισεκατομμυρίων ευρώ για την Ουκρανία, όσο και ένα σχέδιο για την ΕΕ να προσφέρει ενταξιακές συνομιλίες στο Κίεβο μέσα στον Δεκέμβριο.

Το πιο ενθαρρυντικό από όλα, από την άποψη του Κρεμλίνου, είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ – ένας άνθρωπος με βαθιά προσωπική αντιπαλότητα με την Ουκρανία – προηγείται στις δημοσκοπήσεις ενόψει των προεδρικών εκλογών των ΗΠΑ που θα λάβουν χώρα σε έναν χρόνο από σήμερα. Ο Πούτιν έχει επίσης τη δική του πολιτική ατζέντα.

Αντιμετωπίζει εκλογές το επόμενο έτος οι οποίες, ανεξάρτητα από το πόσο άδικες και μη ελεύθερες, παραμένουν σημαντικές για την υποστήριξη της εξουσίας και της νομιμοποίησής του. Η σύναψη μιας συμφωνίας τώρα θα μπορούσε να ωθήσει τους Ρώσους να αμφισβητήσουν το τεράστιο κόστος που κλήθηκαν να πληρώσουν.

Ενεργητική άμυνα

Εκείνο που πάρα πολλοί στη Δύση δεν καταλαβαίνουν, λέει ο Mykola Bielieskov, ερευνητής στο Εθνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών στο Κίεβο, είναι ότι “η Ρωσία δεν πρόκειται να συμφιλιωθεί με την Ουκρανία” και εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί να κερδίσει με τη βία. “Έχουν αυξήσει την παραγωγή όπλων, κινητοποιούν νέες δυνάμεις και χρειάζονται ένα αποτέλεσμα για να έχουν να υπερηφανεύονται”.

Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι ότι η Ουκρανία δεν μπορεί να σταματήσει να πολεμά, ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει με τη χρηματοδότηση και τις προμήθειες όπλων από τους συμμάχους. Το μόνο ερώτημα είναι πόσες επιπλέον ζωές και επιπλέον έδαφος θα χαθούν εάν η αποφασιστικότητα της Δύσης υποχωρήσει, στερώντας από τους Ουκρανούς τα μέσα για να αντεπιτεθούν με αρκετή δύναμη ώστε να πείσουν τον Πούτιν ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να μπορεί να κερδίσει.

Ο χρόνος είναι εκείνο που χρειάζεται τώρα η Ουκρανία για να ασκήσει στοχευμένη και όχι απελπισμένη άμυνας. Καθήκον της είναι να αποδυναμώσει τις ρωσικές δυνάμεις και να συνεχίσει μια αεροπορική εκστρατεία μεγάλης εμβέλειας για να καταστήσει την Κριμαία – και επομένως τις γραμμές τροφοδοσίας των ρωσικών δυνάμεων στον νότο – ευάλωτες, ενώ παράλληλα θα ελπίζει σε μια ήττα του Τραμπ. Αυτός ο συνδυασμός θα μπορούσε να αναγκάσει τον Πούτιν να επανεξετάσει την ανάλυση κόστους-οφέλους και να διαπραγματευτεί ένα βιώσιμο τέλος του πολέμου.

Μια σκληρή άμυνα προσφέρει μια πολύ λιγότερο εμπνευσμένη ιστορία από έναν θρίαμβο αντεπίθεσης, προς το παρόν ωστόσο είναι επίσης πολύ καλύτερος δρόμος προς τα εμπρός για την Ουκρανία και τους υποστηρικτές της από οποιαδήποτε καταδικασμένη προσπάθεια για συνομιλίες. Ο πόλεμος έχει αποδείξει πόσο δύσκολο – αν όχι αδύνατο – είναι να επιτεθείς σε έναν καλά εδραιωμένο αντίπαλο χωρίς το πλεονέκτημα της αεροπορικής υπεροχής ή κάποιου άλλου σημαντικού τεχνολογικού πλεονεκτήματος – το ίδιο ισχύει άλλωστε και για τη Ρωσία.

Από το φθινόπωρο, οι στρατηγοί του Πούτιν έχουν δεσμεύσει μεγάλο όγκο δυνάμεων σε μια επίθεση στην Avdiivka, στα ανατολικά της Ουκρανίας, χάνοντας συγκλονιστικά μεγάλο όγκο στρατιωτών και εξοπλισμού. Μια επιτυχημένη άμυνα φθοράς αυτού του είδους είναι επίσης μια νίκη για την Ουκρανία. Απλώς χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να αποδώσει καρπούς.

Εδώ είναι που διαφωνώ με δύο πολύ αξιοσέβαστους εγκεφάλους της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, τον Richard Haas και τον Charles Kupchan, οι οποίοι ζητούν επίσης επανεξέταση της στρατηγικής της Δύσης στην Ουκρανία στην τελευταία έκδοση του περιοδικού Foreign Affairs.

Με βάση την αποτυχία της ουκρανικής αντεπίθεσης, την έλλειψη ρεαλιστικής προοπτικής για την ανάκτηση όλων των κατεχόμενων ουκρανικών εδαφών, τη δυτική κούραση και τους ανώτερους πόρους της Ρωσίας, οι δύο άνδρες υποστηρίζουν ότι πρέπει να πειστούν οι Ουκρανοί να διαπραγματευτούν τώρα μια κατάπαυση του πυρός. Ακόμη κι αν ο Πούτιν αρνηθεί, κάτι που αναγνωρίζουν ως πιθανό, υποστηρίζουν ότι η Ουκρανία θα κερδίσει ηθικό έδαφος και ίσως να αποτρέψει έτσι μια χειρότερη μοίρα για τον εαυτό της αργότερα.

Ο Haas και ο Kupchan εκτιμούν σωστά τους κινδύνους της συνέχισης της προσπάθειας της αντεπίθεσης για τη “νίκη”, αυτό όμως είναι επίσης ένα αχρείαστο σκιάχτρο. Οι στρατιωτικοί διοικητές των ουκρανικών δυνάμεων έχουν ήδη αποδεχθεί την ανάγκη να στραφούν στην άμυνα. Δε ζητούν πλέον περισσότερα άρματα μάχης, αλλά πυραύλους μεγαλύτερου βεληνεκούς, βλήματα πυροβολικού, αντιαεροπορικούς εκτοξευτήρες και αεροσκάφη τα οποία χρειάζονται για μια στρατηγική φθοράς. Το άρθρο αγνοεί εξάλλου τους κινδύνους που ενυπάρχουν στη δική του πρόταση. Ο Πούτιν πιθανότατα δεν θα αρνιόταν μια κατάπαυση του πυρός, όπως δεν το έκανε και στο παρελθόν και, αντ’ αυτής, θα έθετε όρους που γνωρίζει ότι η Ουκρανία δε θα μπορούσε παρά να αρνηθεί.

Κάτι τέτοιο θα πυροδοτούσε μια αναπόφευκτη συζήτηση μεταξύ των συμμάχων του Κιέβου για το εάν θα έπρεπε η Ουκρανία να τους δεχτεί – και όταν τελικά δε θα το έκανε, η κατάσταση θα έδινε νέο αέρα σε εκείνους (όπως ο Όρμπαν) που υποστηρίζουν ότι πρέπει να σταματήσει κάθε υποστήριξη προς την Ουκρανία.

Η πραγματικότητα είναι ότι η σταθερότητα στην Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται από το εάν η ήπειρος θα δείξει στον Πούτιν ότι δεν μπορεί να επιτύχει τους ιστορικά μεγαλεπίβολους στόχους του να ανακτήσει ρωσικά εδάφη και σφαίρες επιρροής που χάθηκαν το 1918, ανακτήθηκαν στη συνέχεια από τον Στάλιν και χάθηκαν ξανά με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Το Κρεμλίνο σε καμία περίπτωση δεν έχει τελειώσει τις σχετικές προσπάθειες. Λίγες αυτοκρατορίες έχουν αποδεχτεί την κατάρρευση χωρίς μάχη και η Ρωσία δεν αποτελεί εξαίρεση.

Απόδοση – Επιμέλεια – Επιλογή Κειμένων (2019-2023): Γ.Δ. Παυλόπουλος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *