
Σοβαρές επιφυλάξεις για τη συμφωνία που ανακοινώθηκε τα ξημερώματα της Δευτέρας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν φέρεται να εξέφρασε ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ προειδοποιώντας τον πρόεδρο Τραμπ ότι τα στοιχεία των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών δημιουργούν έντονες αμφιβολίες για το κατά πόσο η Τεχεράνη είναι πραγματικά διατεθειμένη να προχωρήσει στις πυρηνικές παραχωρήσεις που απαιτεί η Ουάσιγκτον.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα του Axios, ο Ράτκλιφ δεν είναι ο μόνος που αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό το μνημόνιο κατανόησης (MOU). Στις εσωτερικές συζητήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης, τόσο ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο όσο και ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ φέρονται να εξέφρασαν ανησυχίες για το περιεχόμενο και τις προοπτικές της συμφωνίας.
Απέναντί τους βρέθηκαν ο αντιπρόεδρος Βανς, ο ειδικός απεσταλμένος Γουίτκοφ και ο Κούσνερ, οι οποίοι υποστήριξαν την προώθηση της συμφωνίας ως μια ευκαιρία αποκλιμάκωσης και έναρξης διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Κατά τις κλειστές συσκέψεις που προηγήθηκαν της ανακοίνωσης, παρουσιάστηκαν πληροφορίες από διάφορες αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, οι οποίες, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Axios, έδειχναν ότι οι Ιρανοί αξιωματούχοι συζητούσαν διαφορετικά τη συμφωνία στο εσωτερικό της χώρας τους από ό,τι παρουσίαζαν στους μεσολαβητές και στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η εκτίμηση αυτή οδήγησε τον Ράτκφλιφ και τον Ρούμπιο στο συμπέρασμα ότι η Τεχεράνη ενδέχεται να μην αποδεχθεί τελικά τα κρίσιμα πυρηνικά βήματα που ζητά η Ουάσιγκτον στο πλαίσιο μιας οριστικής συμφωνίας.
«Οι προθέσεις του Ιράν δεν φαίνεται να συμβαδίζουν με τις δεσμεύσεις που περιλαμβάνονται στη συμφωνία», ανέφερε χαρακτηριστικά πηγή με γνώση των σχετικών εκτιμήσεων.
Παρά τις επιφυλάξεις που εκφράζονται στο εσωτερικό της κυβέρνησης, ο Λευκός Οίκος εμφανίζεται να στηρίζει τη συμφωνία. Αμερικανός αξιωματούχος τόνισε ότι ο πρόεδρος Τραμπ ακούει όλες τις απόψεις πριν λάβει τις αποφάσεις του, υπογραμμίζοντας όμως ότι η τελική ευθύνη ανήκει στον ίδιο.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι το μνημόνιο καλύπτει τις βασικές «κόκκινες γραμμές» της αμερικανικής πολιτικής, καθώς προβλέπει ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο, δεν θα διατηρήσει αποθέματα ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού και δεν θα μπορεί να χρησιμοποιεί τα Στενά του Ορμούζ ως μοχλό πίεσης προς τη διεθνή αγορά ενέργειας.
Το μνημόνιο αποτελεί ουσιαστικά μια μεταβατική συμφωνία που επεκτείνει την εκεχειρία και ανοίγει ένα παράθυρο 60 ημερών για διαπραγματεύσεις σχετικά με μια ολοκληρωμένη πυρηνική συμφωνία.
Στο διάστημα αυτό, το Ιράν δεσμεύεται να διατηρήσει αμετάβλητο το πυρηνικό του πρόγραμμα, ενώ οι ΗΠΑ δεν θα επιβάλουν νέες κυρώσεις ούτε θα ενισχύσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή.
Παράλληλα, προβλέπεται η σταδιακή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, με την Τεχεράνη να αναλαμβάνει τη διασφάλιση της ασφαλούς διέλευσης των εμπορικών πλοίων για 60 ημέρες χωρίς επιβολή τελών διέλευσης.
Οι επικριτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι το Ιράν ενδέχεται να αποκομίσει σημαντικά οφέλη χωρίς να προχωρήσει στις απαιτούμενες παραχωρήσεις στο πυρηνικό ζήτημα.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται η πιθανή αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων, καθώς και η πρόβλεψη για τη δημιουργία, στο πλαίσιο μιας τελικής συμφωνίας, ταμείου ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την οικονομική ανασυγκρότηση και ανάπτυξη του Ιράν.
Από την άλλη πλευρά, Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οποιαδήποτε οικονομική ελάφρυνση θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τις ενέργειες της Τεχεράνης, ακολουθώντας τη λογική «απόδοση έναντι ανταμοιβής».