
Το κόστος της καθημερινής διατροφής εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές προκλήσεις διεθνώς, καθώς οι τιμές βασικών τροφίμων ακολουθούν νέα ανοδική πορεία, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη εκατομμυρίων καταναλωτών. Από το ψωμί και το ρύζι μέχρι τη ζάχαρη και τα μαγειρικά έλαια, οι ανατιμήσεις επηρεάζουν προϊόντα που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής κατανάλωσης, σύμφωνα με το Reuters.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τις οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα, οι οποίες δαπανούν σημαντικό μέρος των χρημάτων τους για την αγορά τροφίμων.
Πίσω από την ακρίβεια βρίσκεται ένας συνδυασμός παραγόντων: πολεμικές συγκρούσεις, διαταραχές στις διεθνείς μεταφορές, υψηλό ενεργειακό κόστος και ακραία καιρικά φαινόμενα. Οι πιέσεις αυτές επηρεάζουν τόσο την παραγωγή όσο και τη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων, δημιουργώντας προϋποθέσεις για περαιτέρω αυξήσεις.
Η ακρίβεια εξαπλώνεται ταχύτερα από τον γενικό πληθωρισμό
Η επιδείνωση αποτυπώνεται στους διεθνείς δείκτες, οι οποίοι δείχνουν ότι οι ανατιμήσεις δεν περιορίζονται σε μεμονωμένες αγορές.
Ο παγκόσμιος δείκτης τιμών τροφίμων διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στις 136 μονάδες, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2022.
Παράλληλα, σε δείγμα 150 χωρών, οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν ταχύτερα από τον γενικό πληθωρισμό στο 22% των οικονομιών, έναντι 14% το προηγούμενο τρίμηνο.
Η εξέλιξη επιβεβαιώνει ότι η αγορά τροφίμων αντιμετωπίζει ιδιαίτερες πληθωριστικές πιέσεις, ανεξάρτητα από τη συνολική πορεία των υπόλοιπων τιμών.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του σιταριού, το οποίο έχει καταγράψει άνοδο μεγαλύτερη του 30% μέσα στο 2026.
Αντίστοιχα, οι τιμές του ρυζιού σε σημαντικές ασιατικές εξαγωγικές αγορές έχουν αυξηθεί κατά 10% έως 13%, παρά την ύπαρξη σημαντικών αποθεμάτων.
Οι υψηλότερες τιμές των πρώτων υλών μεταφέρονται σταδιακά και στα τελικά προϊόντα, καθώς οι επιχειρήσεις ανανεώνουν τις συμβάσεις προμήθειας με ακριβότερους όρους.
Από τις πολεμικές συγκρούσεις στο κόστος παραγωγής
Σημαντικό μέρος των πιέσεων προέρχεται από τη διατάραξη των διεθνών εμπορικών διαδρομών.
Οι επιθέσεις σε υποδομές σιτηρών στη Μαύρη Θάλασσα δυσχεραίνουν τις εξαγωγές, οδηγώντας μεγάλους εισαγωγείς στην αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών.
Την ίδια στιγμή, η ανασφάλεια στην Ερυθρά Θάλασσα αναγκάζει εμπορικά πλοία να ακολουθούν μεγαλύτερες διαδρομές γύρω από την Αφρική, αυξάνοντας τα μεταφορικά έξοδα.
Πρόσθετη επιβάρυνση προκαλεί ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, ο οποίος έχει επηρεάσει τις τιμές καυσίμων και τη διακίνηση λιπασμάτων μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Παρότι οι τιμές των λιπασμάτων έχουν υποχωρήσει από τα υψηλότερα επίπεδα της κρίσης, παραμένουν αυξημένες.
Για τους αγρότες, αυτό σημαίνει υψηλότερο κόστος καλλιέργειας, ενώ για τις βιομηχανίες τροφίμων μεταφράζεται σε ακριβότερες πρώτες ύλες.
Η πίεση εντείνεται από την ξηρασία που συνδέεται με το Ελ Νίνιο, καθώς περιορίζει τις γεωργικές αποδόσεις σε περιοχές της Ασίας.
Ρύζι, ψωμί και ζάχαρη: Οι χώρες που δοκιμάζονται
Οι συνέπειες γίνονται ήδη αισθητές στις καθημερινές αγορές εκατομμυρίων πολιτών.
Στην Ινδονησία, οι καθυστερημένες βροχοπτώσεις έχουν συμβάλει στην εκτίναξη των τιμών του ρυζιού σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Για έναν 63χρονο εργαζόμενο στην Τζακάρτα, ένα απλό γεύμα με ρύζι, τέμπε και τόφου, που παλαιότερα κόστιζε 7.000 έως 8.000 ρουπίες, φτάνει πλέον τις 15.000 ρουπίες.
Με εβδομαδιαίο εισόδημα μόλις 200.000 έως 300.000 ρουπίες, η αύξηση αυτή οδηγεί σε περιορισμό των γευμάτων.
Στην Αίγυπτο, η τιμή μιας μεγάλης φραντζόλας ψωμιού χωρίς επιδότηση αυξήθηκε από 4 σε 5 αιγυπτιακές λίρες, δηλαδή κατά 25%.
Στην Ινδία, οι ασθενείς μουσώνες επηρέασαν την παραγωγή ζάχαρης, ενώ οι τιμές σε ζάχαρη, κρεμμύδια και όσπρια αυξήθηκαν πάνω από 10% μέσα στον Σεπτέμβριο.
Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το μαγειρικό λάδι ανατιμήθηκε περίπου 40%, ενώ στην Ινδονησία το φυτικό λάδι κατέγραψε άνοδο 7%, παρά την ισχυρή εγχώρια παραγωγή φοινικέλαιου.
Ο κίνδυνος ενός νέου κύκλου ανατιμήσεων
Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά τη διάρκεια της κρίσης και την πιθανότητα να ενισχυθούν οι υφιστάμενες ελλείψεις.
Εάν η διεθνής ζήτηση αυξηθεί περαιτέρω, ενώ η παραγωγή παραμένει περιορισμένη, οι τιμές των βασικών αγροτικών προϊόντων ενδέχεται να καταγράψουν νέες σημαντικές αυξήσεις.
Παράλληλα, η επιδείνωση των συνθηκών μπορεί να οδηγήσει ορισμένες κυβερνήσεις σε περιορισμούς εξαγωγών για την προστασία των εγχώριων αγορών τους.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μειώσει ακόμη περισσότερο τις διαθέσιμες ποσότητες στο διεθνές εμπόριο, επιτείνοντας την ακρίβεια.
Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος στη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ασία, όπου τα τρόφιμα απορροφούν υψηλό ποσοστό του οικογενειακού εισοδήματος.
Πέρα από τις οικονομικές συνέπειες, οι συνεχείς αυξήσεις δημιουργούν και κινδύνους κοινωνικών αναταραχών, ιδιαίτερα σε χώρες με περιορισμένες δυνατότητες στήριξης των πολιτών.
Καθώς οι επιχειρήσεις μεταφέρουν σταδιακά το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές, η πίεση στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών ενδέχεται να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η παγκόσμια επισιτιστική κρίση μετατρέπεται έτσι σε ένα σύνθετο πρόβλημα, όπου η γεωπολιτική αστάθεια, η κλιματική μεταβλητότητα και ο πληθωρισμός ενισχύουν αμοιβαία τις επιπτώσεις τους.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, για εκατομμύρια ανθρώπους, σύμφωνα πάντα με το Reuters, ακόμη και η εξασφάλιση των βασικών αγαθών διατροφής γίνεται ολοένα δυσκολότερη.