
Η εξέγερση των σχολείων στη Γαλλία δοκιμάζει τον Μακρόν και την κυβέρνηση Λεκορνί.
Μια διαμαρτυρία για τις συνθήκες στα σχολεία μπορεί να εξελιχθεί σε ευρύτερη σύγκρουση για τις δημόσιες υπηρεσίες και τις προτεραιότητες του κράτους. Αυτό είναι το ενδεχόμενο που καλείται πλέον να διαχειριστεί η γαλλική κυβέρνηση.
Η κινητοποίηση της Τρίτης 6 Οκτωβρίου αποτελεί την πρώτη μεγάλη δοκιμασία σε αυτή την κατεύθυνση. Στο κάλεσμα των μαθητικών και φοιτητικών οργανώσεων έχουν προσχωρήσει έξι εκπαιδευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις και η ομοσπονδία γονέων FCPE, διευρύνοντας τη βάση ενός κινήματος που ξεκίνησε από τα λύκεια και επεκτάθηκε στα πανεπιστήμια.
Η εικόνα της Δευτέρας επέτρεψε στην κυβέρνηση να κάνει λόγο για περιορισμό των προβλημάτων, χωρίς όμως να διαφαίνεται υποχώρηση.
Σύμφωνα με το υπουργείο Παιδείας, 413 ιδρύματα είχαν επηρεαστεί από δράσεις ή διαταραχές στη λειτουργία τους, έναντι 564 την Παρασκευή.
Στην ανώτατη εκπαίδευση, ο αρμόδιος υπουργός Φιλίπ Μπατίστ ανέφερε ότι 30 έως 40 Πανεπιστήμια θα αντιμετώπιζαν αποκλεισμούς ή κλείσιμο. Πρόκειται για εγκαταστάσεις και όχι κατ’ ανάγκην για ισάριθμα πανεπιστήμια.
Το πολιτικό πρόβλημα εντοπίζεται στη διαφορά ανάμεσα στην επαναλειτουργία των σχολείων και στην αντιμετώπιση των αιτίων που οδήγησαν στις κινητοποιήσεις. Μια είσοδος μπορεί να ανοίξει με διοικητική απόφαση ή αστυνομική παρέμβαση. Οι κενές θέσεις εκπαιδευτικών, τα προβληματικά κτίρια και η αβεβαιότητα για τη συνέχεια των σπουδών απαιτούν αποφάσεις με κόστος και διάρκεια. Η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να ανταποκριθεί, την ώρα που προετοιμάζεται για μια δύσκολη κοινοβουλευτική αναμέτρηση γύρω από τον προϋπολογισμό.
Ένα κίνημα που δεν τελειώνει με την απόσυρση ενός μέτρου
Η σημερινή ανάλυση της Le Monde επισημαίνει μια ουσιαστική διαφορά σε σχέση με προηγούμενα νεανικά κινήματα: η κινητοποίηση δεν οργανώθηκε εξαρχής εναντίον μιας συγκεκριμένης νέας μεταρρύθμισης. Ξεκίνησε από την καθημερινότητα μαθητών στα προάστια του Παρισιού και εξαπλώθηκε γρήγορα μέσω των κοινωνικών δικτύων. Αυτό καθιστά πιο δύσκολη την κυβερνητική διαχείριση. Όταν μια διαμαρτυρία έχει ως μοναδικό αίτημα την απόσυρση ενός νόμου, υπάρχει και ένα αναγνωρίσιμο σημείο συμβιβασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει σε διαφορετικές ανάγκες, με διαφορετικούς χρόνους απόκρισης.
Η κάλυψη μιας θέσης καθηγητή, η ανακατασκευή ενός σχολικού κτιρίου και η αλλαγή στον τρόπο πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση δεν χωρούν στην ίδια άμεση λύση. Η υποχώρηση της κυβέρνησης την 1η Οκτωβρίου στο σχέδιο επιβολής τελών εγγραφής για μη υποτρόφους στις διετείς τεχνικές σπουδές BTS και στις προπαρασκευαστικές τάξεις για τις ανώτατες σχολές αφαίρεσε μια επιπλέον εστία έντασης. Δεν απάντησε, ωστόσο, στο σύνολο των αιτημάτων που είχαν ήδη διαμορφωθεί. Η απόσυρση ανακοινώθηκε την ώρα που η κινητοποίηση βρισκόταν σε εξέλιξη και ενώ η παρουσίαση του προϋπολογισμού απειλούσε να προσθέσει νέους λόγους διαμαρτυρίας.
Οι ελλείψεις στην παιδεία και η πραγματική αξία των κονδυλίων
Στον πυρήνα της σύγκρουσης βρίσκεται η ικανότητα του δημόσιου σχολείου να εξασφαλίζει σταθερή διδασκαλία και αξιοπρεπείς συνθήκες. Η ίδια η κυβερνητική απάντηση αναγνωρίζει το πρόβλημα: ο Λεκορνί ζήτησε κατά προτεραιότητα την κάλυψη των μακροχρόνιων απουσιών και των κενών θέσεων εκπαιδευτικών, καθώς και συνεννόηση με τις περιφέρειες για τις αναγκαίες παρεμβάσεις στα κτίρια. Επειδή οι περιφέρειες είναι αρμόδιες για τα λύκεια, οι εργασίες απαιτούν συντονισμό και συμφωνία για τη χρηματοδότηση, πέρα από μια κεντρική εξαγγελία.
Τα δημοσιονομικά στοιχεία χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση. Το σχέδιο προϋπολογισμού για το 2027 προβλέπει περίπου 64 δισ. ευρώ για την Εθνική Παιδεία, εκτός των συντάξεων του προσωπικού, με αύξηση 1,2 δισ. ευρώ σε συγκρίσιμη βάση σε σχέση με το 2026. Επομένως, δεν προκύπτει ονομαστική μείωση της συγκεκριμένης συνολικής δαπάνης για την επόμενη χρονιά.
Πρόκειται, ωστόσο, για προτεινόμενα κονδύλια και όχι για προϋπολογισμό που έχει ήδη εκτελεστεί. Ο υπουργός Παιδείας Εντουάρ Ζεφρέ υποστηρίζει ότι η αύξηση, σε συνδυασμό με τη μείωση του μαθητικού πληθυσμού, αποδεικνύει πως η εκπαίδευση παραμένει προτεραιότητα. Σε συνέντευξή του που δημοσιεύει το TV5Monde, προβάλλει επίσης την ανάγκη ενίσχυσης της ψυχικής υγείας των μαθητών. Το επιχείρημα της κυβέρνησης θα κριθεί στην κατανομή και στην εφαρμογή: περισσότερα χρήματα στο σύνολο δεν σημαίνουν αυτομάτως καθηγητή σε κάθε κενή θέση ή προσωπικό υποστήριξης σε κάθε σχολείο.
Για τις οικογένειες, η διαφορά κρίνεται στις ώρες μαθήματος που πραγματοποιούνται, στη λειτουργία της θέρμανσης και στον αριθμό των μαθητών ανά αίθουσα. Αν η αύξηση των πιστώσεων δεν μεταφραστεί σε τέτοιες αλλαγές, δύσκολα θα περιοριστεί η δυσπιστία. Αντίστοιχα, η συζήτηση για την υποστελέχωση χρειάζεται συγκεκριμένα στοιχεία ανά περιοχή και ειδικότητα, ώστε να μην εξαντληθεί σε αντιπαράθεση γενικών αριθμών.
Το χρονοδιάγραμμα Λεκορνί: Κερδίζει χρόνο, αλλά αναλαμβάνει δεσμεύσεις
Η απάντηση της κυβέρνησης οργανώνεται σε πέντε άξονες: διασφάλιση των μαθημάτων, βελτίωση των κτιριακών συνθηκών και προσαρμογή στις υψηλές θερμοκρασίες, καλύτερη οργάνωση της σχολικής ημέρας, μεγαλύτερη διαφάνεια στην πλατφόρμα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση Parcoursup και ενίσχυση της μαθητικής εκπροσώπησης. Ο πρώτος απολογισμός για τις αντικαταστάσεις εκπαιδευτικών αναμένεται στις 16 Οκτωβρίου, ενώ οι πρώτες αποφάσεις πρέπει να παρουσιαστούν πριν από το τέλος του μήνα.
Για την Τρίτη έχει προγραμματιστεί συνάντηση με τους προέδρους των περιφερειών για τις σχολικές υποδομές. Το χρονοδιάγραμμα δίνει στην κυβέρνηση μια βάση διαπραγμάτευσης και, ταυτόχρονα, επιτρέπει στους εκπροσώπους των μαθητών να διαπιστώσουν σύντομα αν οι εξαγγελίες αποδίδουν. Αν έως τα μέσα Οκτωβρίου παρουσιαστούν συγκεκριμένες καλύψεις θέσεων και δεσμευμένες παρεμβάσεις, μπορεί να δημιουργηθεί περιθώριο εκτόνωσης. Αν η διαδικασία περιοριστεί σε νέες συναντήσεις, υπάρχει ο κίνδυνος η διαβούλευση να εκληφθεί ως αναβολή.
Το δημοσιονομικό αδιέξοδο πριν από το 2027
Η εκπαιδευτική κρίση ξεσπά σε ιδιαίτερα δυσμενή οικονομική συγκυρία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της γαλλικής στατιστικής υπηρεσίας, το δημόσιο χρέος έφτασε στο τέλος του δεύτερου τριμήνου του 2026 τα 3,6 τρισ. ευρώ, δηλαδή το 119% του ΑΕΠ, αυξημένο κατά 59,6 δισ. ευρώ μέσα σε ένα τρίμηνο. Ο περιορισμός είναι πρακτικός: κάθε μόνιμη πρόσληψη ή πολυετές πρόγραμμα ανακαίνισης απαιτεί χρηματοδότηση που θα συνεχιστεί και μετά την εκτόνωση των διαδηλώσεων. Στην ανάλυσή της για το χρέος, η Le Monde καταγράφει κυβερνητική πρόβλεψη για αύξηση του κόστους εξυπηρέτησής του στα 91 δισ. ευρώ το 2027. Η διόγκωση αυτής της δαπάνης στενεύει τις επιλογές για τις υπόλοιπες δημόσιες ανάγκες.
Λίγους μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027, η κυβέρνηση καλείται συνεπώς να εξηγήσει πού θα βρει τους πόρους και ποιες δαπάνες θεωρεί προτεραιότητα. Η αντιπολίτευση έχει τη δυνατότητα να συνδέσει τα προβλήματα των σχολείων με τον συνολικό απολογισμό της διακυβέρνησης. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, θα επιχειρήσει να αποδείξει ότι μπορεί να συνδυάσει τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών με τον έλεγχο των οικονομικών. Όσο πλησιάζει η προεδρική αναμέτρηση, τόσο πιο δύσκολο θα είναι μια εκπαιδευτική διαπραγμάτευση να παραμείνει έξω από αυτή την ευρύτερη αντιπαράθεση.
Τα τρία σενάρια για τις επόμενες εβδομάδες
Στο σημερινό κύριο άρθρο της, η Le Monde επισημαίνει τον κίνδυνο να συναντηθούν διαφορετικές κοινωνικές δυσαρέσκειες. Η συμμετοχή των συνδικάτων μπορεί να προσφέρει καλύτερη οργάνωση και περιφρούρηση, αλλά και να διευρύνει την κλίμακα των κινητοποιήσεων. Από αυτή την αφετηρία προκύπτουν τρεις πιθανές διαδρομές, χωρίς καμία από αυτές να μπορεί ακόμη να θεωρηθεί βέβαιη.
Πρώτο σενάριο: σταδιακή αποκλιμάκωση με συγκεκριμένες παραχωρήσεις. Προϋποθέτει απτά αποτελέσματα στα κενά των εκπαιδευτικών, αξιόπιστες δεσμεύσεις για τα κτίρια και διατήρηση του διαλόγου. Δεν απαιτεί να λυθούν όλα τα προβλήματα μέσα σε λίγες ημέρες. Απαιτεί να πειστούν αρκετοί μαθητές και γονείς ότι έχει ξεκινήσει μια διαδικασία με μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Δεύτερο σενάριο: παρατεταμένη εκπαιδευτική σύγκρουση, με εναλλαγή διαδηλώσεων, τοπικών αποκλεισμών και διαπραγματεύσεων. Η ανομοιογένεια των αιτημάτων μπορεί να οδηγήσει ορισμένα σχολεία σε επιστροφή στα μαθήματα και άλλα σε συνέχιση της δράσης. Σε αυτή την περίπτωση, ο αριθμός των κλειστών ιδρυμάτων θα αυξομειώνεται, χωρίς να εξαφανίζεται η πολιτική πίεση.
Τρίτο σενάριο: διεύρυνση σε γενικότερη κοινωνική αντιπαράθεση. Θα απαιτούσε ουσιαστική και διαρκή συμμετοχή εργαζομένων πέρα από τον χώρο της εκπαίδευσης και σύνδεση των αιτημάτων με τις επιλογές του προϋπολογισμού. Η παρουσία συνδικάτων σε μία διαδήλωση δεν αρκεί από μόνη της για να στοιχειοθετηθεί αυτή η εξέλιξη. Θα χρειαζόταν συνέχεια, κοινές διεκδικήσεις και συντονισμός.
Το ασφαλέστερο συμπέρασμα σήμερα είναι ότι η κρίση έχει ξεπεράσει το στάδιο μιας μεμονωμένης σχολικής διαμαρτυρίας, χωρίς ακόμη να έχει αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μιας γενικευμένης κοινωνικής κινητοποίησης.
Η συμμετοχή της Τρίτης, η έκταση της φοιτητικής παρουσίας και οι πρώτες πρακτικές αποφάσεις έως τις 16 Οκτωβρίου θα δείξουν αν ανοίγει δρόμος συμβιβασμού. Για την κυβέρνηση, η πιο δύσκολη απόδειξη θα είναι ότι οι δεσμεύσεις της μπορούν να φτάσουν μέσα στις αίθουσες, προτού η δυσπιστία μετατρέψει κάθε νέα εξαγγελία σε έναν ακόμη λόγο διαμαρτυρίας.