
Τη δημιουργία ενός νέου και ισχυρού εμπορικού «όπλου», το οποίο θα μπορούσε ακόμη και να αποκλείσει άμεσα μια τρίτη χώρα από την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, ζητούν Γαλλία και Γερμανία, καθώς οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υιοθετούν πιο σκληρή στάση απέναντι στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Η πρόταση περιλαμβάνεται σε επιστολή που απέστειλαν τη Δευτέρα στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και έρχεται λίγο πριν από έναν νέο γύρο συνομιλιών μεταξύ Βρυξελλών και Πεκίνου.
Παρότι στην επιστολή δεν κατονομάζεται η Κίνα, το timing θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς η ΕΕ αναζητεί τρόπους για να εξισορροπήσει την εμπορική της σχέση με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου και να περιορίσει την εξάρτησή της από κρίσιμες κινεζικές πρώτες ύλες και προϊόντα.
«Χρειαζόμαστε ένα αξιόπιστο εργαλείο στα χέρια της Επιτροπής, το οποίο θα επιτρέπει αποφασιστική και συστημική αντίδραση», αναφέρεται στην επιστολή, στην οποία προτείνονται «ισχυρά μέτρα, έως και την άμεση διακοπή της πρόσβασης στην εσωτερική αγορά, εφόσον χρειαστεί».
Γαλλογερμανικό μέτωπο πριν από τη Σύνοδο Κορυφής
Η κοινή στάση Βερολίνου και Παρισιού προσδίδει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος στην πρόταση, καθώς την επόμενη εβδομάδα οι ηγέτες της ΕΕ αναμένεται να συζητήσουν το ζήτημα στη Σύνοδο Κορυφής.
Οι προτάσεις έγιναν γνωστές λίγο πριν από την άφιξη του Ευρωπαίου επιτρόπου Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς στο Πεκίνο, όπου θα πραγματοποιήσει διήμερες συνομιλίες με Κινέζους αξιωματούχους. Οι επαφές θεωρούνται κρίσιμες για να αποτυπωθεί η κατάσταση στις ευρωκινεζικές εμπορικές σχέσεις πριν από τη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Παρίσι και Βερολίνο δεν περιορίζονται στην πρόταση για τη δημιουργία ενός μηχανισμού αποκλεισμού από την ευρωπαϊκή αγορά. Ζητούν επίσης ένα εργαλείο που θα υποχρεώνει την Ευρώπη να περιορίζει τις εξαρτήσεις των εφοδιαστικών της αλυσίδων από τρίτες χώρες.
Στόχος είναι η ΕΕ να διαθέτει τη δυνατότητα ταχύτερης αντίδρασης σε περίπτωση που ένας εμπορικός εταίρος επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει ως μέσο πίεσης την προμήθεια κρίσιμων πρώτων υλών ή άλλων στρατηγικής σημασίας προϊόντων.
Μερτς: Η Ευρώπη χρειάζεται ταχύτερα εργαλεία
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι η πρόταση διαμορφώθηκε από κοινού στο Βερολίνο και το Παρίσι, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και χρειάζεται αποτελεσματικότερα εργαλεία αντίδρασης.
«Θέλουμε να δώσουμε τη δυνατότητα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ενεργεί γρήγορα όταν αυτό είναι απαραίτητο», δήλωσε ο Μερτς σε δημοσιογράφους στο Βερολίνο.
Όπως πρόσθεσε, ένα από τα βασικά μειονεκτήματα της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής τα προηγούμενα χρόνια ήταν ότι «η λήψη αποφάσεων απαιτούσε πάντα υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα».
Γερμανοί αξιωματούχοι περιγράφουν το προτεινόμενο εργαλείο πρόσβασης στην ενιαία αγορά ως ένα είδος ισχυρού μέτρου δεύτερου σταδίου, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση γενικευμένης εμπορικής σύγκρουσης με μια χώρα όπως η Κίνα.
Ένα χαρακτηριστικό σενάριο θα ήταν η πλήρης διακοπή από το Πεκίνο των εξαγωγών σπάνιων γαιών, από τις οποίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η ευρωπαϊκή βιομηχανία για την παραγωγή σύγχρονων τεχνολογικών προϊόντων.
«Το εμπόριο χρησιμοποιείται ως όπλο»
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτοφανείς προκλήσεις», αναφέρεται στη γαλλογερμανική επιστολή, στην οποία επισημαίνεται ότι χώρες χρησιμοποιούν πλέον το εμπόριο ως μέσο άσκησης πίεσης και στρεβλώνουν τη λειτουργία των αγορών.
«Χρειαζόμαστε επείγουσα δράση για να αντιμετωπίσουμε αυτές τις απειλές, να διαφοροποιήσουμε τις πηγές μας και να μειώσουμε τους κινδύνους», τονίζουν Παρίσι και Βερολίνο.
Εκτός από τα νέα εργαλεία εμπορικής άμυνας, οι δύο χώρες ζητούν από την ΕΕ να υιοθετήσει πιο επιθετική προσέγγιση και στις έρευνες για αθέμιτο ανταγωνισμό.
Συγκεκριμένα, προτείνουν να εξετάζεται κατά πόσο ολόκληροι βιομηχανικοί κλάδοι, όπως τα χημικά, τα πλαστικά και τα υβριδικά αυτοκίνητα, βρίσκονται αντιμέτωποι με αθέμιτο ανταγωνισμό από εισαγωγές που επωφελούνται από υψηλές κρατικές επιδοτήσεις.
Μέχρι σήμερα, αντίστοιχες έρευνες της ΕΕ επικεντρώνονται κατά κανόνα σε συγκεκριμένα προϊόντα και όχι στο σύνολο ενός κλάδου. Μια αλλαγή της προσέγγισης θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την επιβολή νέων δασμών σε πολύ μεγαλύτερο εύρος εισαγόμενων προϊόντων.
Η απειλή αντιποίνων από την Κίνα
Το Πεκίνο έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι θα απαντήσει εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίσει νέα εμπορικά εργαλεία ή περιορισμούς που θεωρεί ότι εισάγουν διακρίσεις εις βάρος κινεζικών επιχειρήσεων και προϊόντων.
Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου προειδοποίησε την περασμένη εβδομάδα ότι νέοι δασμοί στα κινεζικά προϊόντα θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τις εμπορικές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ, διαμηνύοντας ότι το Πεκίνο θα «απαντήσει αποφασιστικά» για την προστασία των συμφερόντων των κινεζικών βιομηχανιών.
Οι εντάσεις έχουν ήδη αυξηθεί ενόψει των νέων συνομιλιών. Το Σάββατο, η Κίνα ξεκίνησε έρευνα αντιντάμπινγκ για ευρωπαϊκές εξαγωγές χημικής ουσίας που χρησιμοποιείται σε φυτοφάρμακα, φαρμακευτικά προϊόντα και βαφές, επικαλούμενη τις πρόσφατες ευρωπαϊκές έρευνες σε βάρος κινεζικών χημικών προϊόντων.
Οι κινήσεις αυτές αυξάνουν τον κίνδυνο η αντιπαράθεση να εξελιχθεί σε ευρύτερη εμπορική σύγκρουση.
Το «όπλο» των σπάνιων γαιών
Η Ευρώπη βρίσκεται πάντως σε ευάλωτη θέση σε περίπτωση κλιμάκωσης, κυρίως λόγω της εξάρτησής της από την Κίνα σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
«Η ΕΕ έχει αντιδράσει αργά στα εμπορικά ζητήματα – και η Κίνα αποτελεί ξεκάθαρα βασικό παράγοντα – αλλά θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή η Ευρώπη είναι περισσότερο ευάλωτη από την Κίνα», ανέφερε ο Nick Twidale, επικεφαλής αναλυτής αγορών της AT Global Markets στο Σίδνεϊ.
Όπως επισήμανε, εάν το Πεκίνο απαντούσε με απαγόρευση των εξαγωγών σπάνιων γαιών, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι μεγαλύτερες για την Ευρώπη.
Η ανησυχία αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της γαλλογερμανικής πρότασης για διαφοροποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων και περιορισμό των στρατηγικών εξαρτήσεων από τρίτες χώρες.
Στα 360,6 δισ. ευρώ το εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα
Πίσω από τη σκλήρυνση της ευρωπαϊκής στάσης βρίσκεται και η αυξανόμενη εμπορική ανισορροπία με το Πεκίνο. Το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ στα αγαθά με την Κίνα διαμορφώθηκε πέρυσι στα 360,6 δισ. ευρώ, ή περίπου 404 δισ. δολάρια, ενώ συνέχισε να διευρύνεται κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Ήδη από τον Ιούνιο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν ζητήσει από την Κομισιόν να επανεκκινήσει τις επαφές με το Πεκίνο με επίκεντρο το διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Μάρος Σέφτσοβιτς εγκαινίασε νέο κύκλο συνομιλιών με την κινεζική κυβέρνηση. Η διαδικασία ξεκίνησε με την επίσκεψη του Κινέζου υπουργού Εμπορίου Wang Wentao στις Βρυξέλλες τον Ιούνιο.
Οι δύο πλευρές έθεσαν τότε ως χρονικό ορίζοντα τον Οκτώβριο για την επίτευξη προόδου σε μια σειρά ανοιχτών εμπορικών ζητημάτων, από τις αυξανόμενες ανισορροπίες και τους κινεζικούς περιορισμούς στις εξαγωγές μέχρι την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Παράλληλα, στις Βρυξέλλες εξετάζονται ήδη νέοι μηχανισμοί που θα επιτρέπουν στην ΕΕ να αντιδρά ταχύτερα και ισχυρότερα απέναντι σε χώρες που υπονομεύουν τις εμπορικές σχέσεις, καθώς και μέτρα για την επιτάχυνση της διαφοροποίησης των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Το ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο η σκληρότερη στάση αποτελεί κυρίως διαπραγματευτικό μοχλό ενόψει των συνομιλιών με το Πεκίνο ή προαναγγέλλει μια βαθύτερη αλλαγή στην ευρωπαϊκή εμπορική πολιτική.
Όπως σημείωσε ο Homin Lee, στρατηγικός αναλυτής της Lombard Odier στη Σιγκαπούρη, μέρος της ρητορικής και της στάσης της ευρωπαϊκής πλευράς ενδέχεται να αποσκοπεί στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής της θέσης. Η πραγματική πορεία των σχέσεων ΕΕ–Κίνας, όπως υπογράμμισε, θα πρέπει να παρακολουθείται στενά για να φανεί προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί τελικά η αντιπαράθεση.