Αθήνα | Αλήθεια, πώς φτιάχτηκε η σύγχρονη Αθήνα;

Αλήθεια, πώς φτιάχτηκε η σύγχρονη Αθήνα;

Η χαοτική εικόνα της σύγχρονης Αθήνας έχει βαθιές ρίζες που φτάνουν έως τη στρεβλή φαντασίωση των Ευρωπαίων και των ετεροχθόνων για την νεοκλασική της όψη που δεν έλαβε υπόψη τη λαϊκή της ταυτότητα και ξερίζωσε βίαια τη στενή της σχέση με την Ανατολή, σύμφωνα με την ανατρεπτική μελέτη του Γιάννη Τσιώμη «Η Αθήνα ξένη στον εαυτό της».

κείμενο Τίνα Μανδηλαρά

Αν η Αθήνα έπρεπε να αφηγηθεί τη σύγχρονη ιστορία της, δηλαδή να καταγράψει με κάθε λεπτομέρεια το πώς αναδύθηκε από το φαντασιακό μιας ευρωπαϊκής ελίτ για να ενσαρκώσει συγκεκριμένα ιδεολογήματα και στη συνέχεια να καταδυθεί στην άβυσσο πολλαπλών πολεοδομικών σχεδίων που έκρυβαν συγκρούσεις, ιδεολογικά αδιέξοδα, ουτοπικές περιπλανήσεις και ρεαλιστικά συγκείμενα, σίγουρα δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο αφηγητή από τον Γιάννη Τσιώμη.

Δυστυχώς, ο αρχιτέκτων-πολεοδόμος και ιστορικός των πόλεων, ο οποίος είχε διατελέσει καθηγητής θεωρίας της Αρχιτεκτονικής και Αστικού Σχεδιασμού στην École Nationale Supérieure d’Architecture Paris la-Villette αλλά και διευθυντής Σπουδών της Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Κοινωνίας, δεν έζησε για να δει τη μελέτη του Η Αθήνα ξένη στον εαυτό της – Η γέννηση μιας νεοκλασικής πρωτεύουσας να κυκλοφορεί σε φροντισμένη, πολυτελή έκδοση από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, μεταφρασμένη στα ελληνικά από την Τίνα Τσιάτσικα.

Μαθητής, μεταξύ άλλων, του σπουδαίου Πιερ Βιντάλ-Νακέ, ο οποίος διείδε με ενάργεια τις πραγματικές επιδράσεις των αρχαιοελληνικών μύθων στον σύγχρονο πολιτισμό, ο Τσιώμης δείχνει να εγκολπώνεται στην ανάλυσή του πολλαπλές φιλοσοφικές, αρχιτεκτονικές και ιστορικές προσεγγίσεις, ενώ παράλληλα αναλύει σε βάθος τις ιδεολογικές εμμονές οι οποίες έθρεψαν τα μεγαλόπνοα πλάνα που διατηρούσαν τόσο οι ξένοι όσο και οι ετερόχθονες αναφορικά με την κατασκευή της σύγχρονης Αθήνας.

O σχεδιασμός του δημόσιου χώρου στις λουσμένες στο φως μεσογειακές μητροπόλεις είχε τη δική του σκηνοθεσία, που εκ των πραγμάτων καμία σχέση δεν είχαν με τα περίκλειστα σύμπαντα των πόλεων του Βορρά, διαμορφώνοντας μια δική τους πραγματικότητα. 

Μένοντας πιστός στην άποψη του Παναγιώτη Κονδύλη ότι η απουσία αστικής τάξης απλώς προκάλεσε παραπάνω ρωγμές στο σαθρό σχέδιο της νέας Αθήνας, καθώς απουσίαζε συγκεκριμένο πολιτιστικό πρότυπο ή μοντέλο, ο αρχιτέκτων-μελετητής αντιλαμβάνεται ότι οι συγχωνεύσεις των συγκρουόμενων, πολλές φορές, προσεγγίσεων του νεοκλασικισμού μετέτρεψαν την ελληνική μητρόπολη σε αντικείμενο πολλαπλών διεκδικήσεων πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε πόλη.

Ακριβώς επειδή η Αθήνα έπρεπε να κατασκευαστεί εκ του μηδενός, στο μεταίχμιο και κυρίως στην αιχμή της σύγκρουσης της Ανατολής με τη Δύση, αποκάλυπτε εξαρχής τα ανοιχτά της τραύματα ‒εμφύλιοι, εσωτερικές διαμάχες και έξωθεν παρεμβάσεις και παρεμβολές‒ και κυρίως την αδυναμία της να καταστήσει λειτουργική την κατακλυσμιαία αντίφαση ενός ουτοπικού αρχαιοελληνικού προτύπου και μιας οθωμανικής επίδρασης που έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στην κατασκευή του λαϊκού μας πολιτισμού ‒ αλλά τότε θεωρήθηκε κατάφωρα εχθρική προς οποιοδήποτε εκσυγχρονιστικό σχεδιασμό.

TSIOMIS PAGE 154 01 0

Μηχανικός Κουμπώ, Σχέδιο των Αθηνών, 1799-1800

Ο Τσιώμης ξέρει, λοιπόν, καθώς οικειοποιείται πλήρως τη μεθοδολογία της Σχολής των Annales, ότι δεν μπορείς να μιλήσεις για αρχιτεκτονική κατασκευή ή πολεοδομικό σχεδιασμό χωρίς να γνωρίζεις τις προηγούμενες ιστορικές επιδράσεις, τις ακροβασίες μεταξύ του φαντασιακού και της απτής καθημερινότητας, το πώς ακριβώς βιώνουν οι άνθρωποι τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τους χώρο, πώς συγχωνεύουν τις παραγωγικές σχέσεις στη θεωρητική τους ενατένιση.

Η Μεσόγειος του Μπροντέλ, την οποία δείχνει να έχει κυριολεκτικά ξεσκονίσει, του έμαθε ότι ο σχεδιασμός του δημόσιου χώρου στις λουσμένες στο φως μεσογειακές μητροπόλεις είχε τη δική του σκηνοθεσία, που εκ των πραγμάτων καμία σχέση δεν είχαν με τα περίκλειστα σύμπαντα των πόλεων του Βορρά, διαμορφώνοντας μια δική τους πραγματικότητα.

Οι «χώροι της επιθυμίας», όπως έλεγε ένας άλλος δάσκαλος του Τσιώμη, ο Ερνστ Μπλοχ, επέβαλαν τη δική τους αλήθεια, τους δικούς τους τρόπους ‒πόσο πράσινο μπορείς, αλήθεια, να επιβάλεις στην άνυδρη Αθήνα, αναρωτιέται ο Τσιώμης‒, ορίζοντας παράλληλα το σύμπαν που καλείται να υλοποιήσει ο αρχιτέκτων. Γι’ αυτό και ο συγγραφέας δεν πιστεύει ότι υπάρχει ένας ενιαίος νεοκλασικισμός που επιβλήθηκε στην περίπτωση της Αθήνας αλλά ένα παλίμψηστο διαφορετικών αρχιτεκτονικών νεοκλασικιστικών επιδιώξεων: από το πιο θεατρικό, εγελιανό αρχαιοελληνικό σύμπαν του Σίνκελ έως το πιο ρεαλιστικό και αρκετά πιο συγκαταβατικό του Κλέντσε.

Ο τελευταίος, ο οποίος παρεμπιπτόντως μαθαίνουμε ότι είναι ο πρώτος που θα θεσπίσει νόμο για την προστασία των αρχαιοτήτων στην Αθήνα και θα οργανώσει την πρώτη επιχείρηση αναστήλωσης των Προπυλαίων και του Παρθενώνα, θα ταξιδέψει στην Ελλάδα και θα φτιάξει δικά του τοπογραφικά σχέδια, αντίστοιχα με αυτά που επέβαλε η ακαδημαϊκή σχολή του Μονάχου, ενώ ο πιο σκηνοθετικός Σίνκελ, ακολουθώντας τη δουλειά που είχε κάνει στο Βερολίνο, θα προτιμήσει να μείνει πιστός όχι μόνο στην αρχαιοελληνική του ουτοπία αλλά και στους κανόνες που του υπαγορεύει η πόλη (βλέπε και την αγάπη του για τις μηχανές και τις μεταλλικές κατασκευές).

Και παρότι αμφότεροι ρομαντικοί, θα εντάξουν με τον τρόπο τους ο καθείς τις δικές τους μοντερνιστικές προσεγγίσεις, επιρροές από τα ρεύματα της εποχής τους, στο ταξίδι τους στο αθηναϊκό παρελθόν, που τελικά θα ορίσει το γερμανικό μέλλον ως διαρκή αναδρομική διαδικασία, ένα «κράμα ιστορίας και επικαιρότητας».

ΑΘΗΝΑ ΞΕΝΗ
Γιάννης Τσιώμης, Η Αθήνα ξένη στον εαυτό της, Μτφρ.: Τίνα Τσιάτσικα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Σελ.: 296

Αυτές τις εγγενείς αντιφάσεις των ίδιων των αρχιτεκτόνων, που χάρη στο ενδιαφέρον τους για τη μεγάλη κλίμακα αρχίζουν να ασχολούνται ενεργά με τη χωροταξία, προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει ο Τσιώλης προκειμένου να εξηγήσει το συγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο των μαθητών του Σίνκελ, Κλεάνθη και Σάουμπερτ, για την Αθήνα.

Πιστεύει, δηλαδή, ότι η έντονη ταυτότητα των νεοκλασικών προσεγγίσεων του Σίνκελ στο πρώτο αυτό πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, άμεσα συνυφασμένο με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, δεν μαρτυρά τόσο την άμεση παρέμβαση του δασκάλου στο έργο των μαθητών, όπως πολλοί υποστήριξαν, αλλά τη βαθιά επίδραση του συγκεκριμένου κοσμοειδώλου στην «οργανική αρχιτεκτονική» (στην οποία επίσης πίστευε τόσο ο Σάουμπερτ όσο και ο Κλέντσε, δηλαδή ότι το οικοδόμημα πρέπει να αποτελεί ένα οργανικό σύνολο, όπως το θεωρούσε τότε ο Γκαίτε).

Συμφύροντας μύθο και ιστορία, κουλτούρα και ηθικούς κανόνες, οι ρομαντικοί αυτοί αρχιτέκτονες υιοθέτησαν με τον δικό τους τρόπο ο καθείς τον νεοκλασικισμό, το οποίο ωστόσο ο συγγραφέας θεωρεί εντελώς διαφορετικό από τις καθαρά κερδοσκοπικές, κατακτητικές έως και μηδενιστικές αντιλήψεις των πολιτικών, και συγκεκριμένα του Όθωνα.

Ακόμα και οι ακραίες τους προτάσεις, όπως αυτή του Σίνκελ να σχεδιάσει τα ανάκτορα πάνω στην Ακρόπολη, κατ’ ουσίαν απηχούσαν όχι μόνο τις φιλόδοξες ενατενίσεις τους αλλά και τις ετερόκλητες εκφάνσεις των ευρωπαϊκών ουτοπιών και αξιών που έβρισκαν στην αρχαία Ελλάδα μόνιμο καταφύγιο, το οποίο, όσο και να παραγνώριζε την πραγματική οθωμανική-ανατολίτικη ταυτότητα της πόλης, ερχόταν σε αντίθεση με τις αμιγώς κερδοσκοπικές τάσεις αυτοκρατόρων και πολιτικών, καθώς αναφερόταν σε καλλιτεχνικά πρότυπα.

TSIOMIS PAGE

Ε. Πετιέ, Άποψη του Παρθενώνα και του τζαμιού από τα βορειοδυτικά [πριν από το 1834].

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι εμμονικοί με το αρχαιοελληνικό μοντέλο, που είχε συλλήβδην υιοθετήσει η διαφωτισμένη Δύση, αδυνατούσαν, κατά τον Τσιώμη, να δουν τις ολοζώντανες επιδράσεις του οθωμανικού στοιχείου και της Ανατολής στον δημώδη μας πολιτισμό, από τις απεχθείς στον Καποδίστρια εμποροπανηγύρεις μέχρι τα γραφικά σπιτάκια με αυλή, αυτά τα υψηλά δείγματα της αρχιτεκτονικής χωρίς αρχιτέκτονα.

O συγγραφέας δείχνει να συμφωνεί, εν προκειμένω, με τον μεγάλο εκπρόσωπο της Σχολής της Φρανκφούρτης M.I. Φίνλεϊ ότι «είναι συνεχείς οι ρίζες των αξιών στην ελληνική ιστορία, από την ομηρική εποχή έως τη γένεση της δουλείας», γι’ αυτό δεν εξαιρεί καμία περίοδο από την ιστορία της Αθήνας.

Ωστόσο αντιτίθεται στο βίαιο ξεκλήρισμα οποιουδήποτε ανατολίτικου, βυζαντινού ή οθωμανικού στοιχείου προηγήθηκε της κατασκευής της ως πρωτεύουσας του έθνους-κράτους, επισημαίνοντας ότι όλοι τότε μιλούσαν για εκσυγχρονισμό, αλλά ο καθένας «από τη σκοπιά του δικού του διανοητικού σύμπαντος, των δικών του προτύπων και των δικών του συμφερόντων, χωρίς καμία επαφή με την κατάσταση της χώρας».

Στο σχετικό κεφάλαιο που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Βία κατά των ανθρώπων» ο συγγραφέας αποκαλύπτει όλη αυτήν τη διαστρεβλωτική ματιά τόσο του Όθωνα, ο οποίος θεωρούσε την Ελλάδα ένα είδος «Botany Bay», όσο και των ετεροχθόνων Ελλήνων, οι οποίοι ονειρεύονταν μια ευρωπαϊκή Αθήνα, απαλλαγμένη από τις ανατολίτικες «παραφωνίες».

«Σε μια Ελλάδα σπαρασσόμενη από αντιφάσεις, ο λόγος περί αρχαιότητας θα προσφέρει μια επίφαση ενοποιητικής ιδεολογίας» γράφει με σαφήνεια ο Τσιώλης. «Σ’ αυτόν τον πρόσφατα σχηματισμένο χώρο μένει να δοθεί μια νέα διάσταση: η διάσταση του συμβολισμού και της αναπαράστασης.

Στην περίπτωση της Ελλάδας το ζητούμενο δεν είναι η σκηνοθεσία της πόλης, έκφανσης της δυτικής αστικής ιδεολογίας, αλλά η ίδια η επινόηση της πόλης. Κατά τη δημιουργία των πρωτευουσών πόλεων τον 19ο και τον 20ό αιώνα, ο ωφέλιμος χώρος και ο χώρος που αναπαριστά το κράτος αλληλεπικαλύφθηκαν, ώστε δύσκολα μπορεί να διακρίνει κανείς τον οικονομικό ρόλο του Λονδίνου ή του Παρισιού από τον συμβολικό τους ρόλο ως ιδεολογικών αναπαραστάσεων και εκφράσεων. Στην Ελλάδα η μόνη αφαίρεση που θα μπορούσε να στεγάσει αυτές τις αλληλεπικαλυπτόμενες λειτουργίες είναι η Αθήνα».

TSIOMIS PAGE 253 01

Κ. Φρ. Σίνκελ, Παλάτι του Βασιλιά Όθωνα στην Ακρόπολη, 1834, δυτική και νότια όψη.

TSIOMIS PAGE 258 01 0

Κ. Φρ. Σίνκελ, Παλάτι του Βασιλιά Όθωνα στην Ακρόπολη, 1834, άποψη της Μεγάλης Αίθουσας.

TSIOMIS PAGE 132 01

Α.-Μ. Νόρμαν, Βορειοδυτική άποψη της Ακρόπολης, 1851. Ο συνοικισμός είναι χτισμένος στον αρχαιολογικό χώρο της Αγοράς

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *