Φόροι, δαπάνες και καταθέσεις – Η Ελλάδα εισπράττει περισσότερα, αλλά τι επιστρέφει στην οικονομία;

AI Takeaways

  • Η Ελλάδα είχε φορολογικά έσοδα 40% του ΑΕΠ το 2024, έναντι 39,4% στην ΕΕ.
  • Το φορολογικό και κοινωνικό σύστημα μείωσε τον δείκτη Gini κατά 3,5 μονάδες, έναντι 7,8 μονάδων στην ΕΕ.
  • Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 2,965 δισ. ευρώ τον Αύγουστο 2026.
  • Οι επιχειρηματικές καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 2,38 δισ. ευρώ, με ετήσιο ρυθμό 25,2%.
  • Οι καταθέσεις των νοικοκυριών αυξήθηκαν μόλις κατά 585 εκατ. ευρώ, με ετήσιο ρυθμό 3,6%.
  • Η τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 9,4% τον Αύγουστο.
  • Το βασικό ερώτημα για την ελληνική οικονομία μεταφέρεται πλέον από τη συγκέντρωση πόρων στην αποτελεσματική αξιοποίησή τους.

Φόροι, δαπάνες και καταθέσεις – Η Ελλάδα εισπράττει περισσότερα, αλλά τι επιστρέφει στην οικονομία;



Η εικόνα που διαμορφώνεται για την ελληνική οικονομία έχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.

Διονύσης Τζουγανάτος

Από τη μία πλευρά, το κράτος εισπράττει πλέον φόρους που αντιστοιχούν στο 40% του ΑΕΠ, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την άλλη, η αναδιανεμητική αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος και των κοινωνικών μεταβιβάσεων παραμένει περιορισμένη.

Και την ίδια στιγμή που το Δημόσιο συγκεντρώνει σημαντικούς πόρους, οι δημόσιες δαπάνες που κατευθύνονται σε τομείς με μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή επίδραση παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Στον ιδιωτικό τομέα, πάντως, εμφανίζεται μια διαφορετική εικόνα: οι τραπεζικές καταθέσεις των επιχειρήσεων αυξάνονται με διψήφιο ρυθμό, ενώ παράλληλα η τραπεζική χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις κινείται επίσης ανοδικά.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα συγκεντρώνει η ελληνική οικονομία.

Είναι και πού καταλήγουν, ποιος τα χρησιμοποιεί και πόσο γρήγορα μετατρέπονται σε κατανάλωση, επένδυση και ανάπτυξη.

Φόροι 40% του ΑΕΠ – αλλά μόλις 3,5 μονάδες αναδιανομή

Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι τα φορολογικά έσοδα της Ελλάδας αυξήθηκαν από 38,9% του ΑΕΠ το 2023 σε 40% το 2024. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ ανήλθε στο 39,4%.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν είναι πλέον μια χώρα με ιδιαίτερα χαμηλή φορολογική επιβάρυνση σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται όμως στο τι αποτέλεσμα έχει αυτή η φορολογική επιβάρυνση.

Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση της Κομισιόν, το σύστημα φόρων και κοινωνικών παροχών στην Ελλάδα μείωσε το 2024 την εισοδηματική ανισότητα, όπως αυτή μετράται από τον δείκτη Gini, κατά μόλις 3,5 μονάδες.

Ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 7,8 μονάδες.

Η διαφορά είναι σημαντική.

Δεν σημαίνει ότι η φορολογία και οι κοινωνικές μεταβιβάσεις δεν έχουν αναδιανεμητική επίδραση στην Ελλάδα. Σημαίνει ότι, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο δείκτη της Κομισιόν, η συνολική επίδραση του συστήματος είναι αισθητά μικρότερη από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές αντιφάσεις της ελληνικής οικονομίας:

το κράτος συγκεντρώνει ένα ευρωπαϊκού μεγέθους μερίδιο εισοδήματος, αλλά το τελικό αναδιανεμητικό αποτέλεσμα είναι μικρότερο.

Αυτό αφορά το σύνολο του φορολογικού και κοινωνικού συστήματος και όχι μόνο τον φόρο εισοδήματος. Ο δείκτης που χρησιμοποιεί η Κομισιόν συνυπολογίζει φόρους και χρηματικές κοινωνικές μεταβιβάσεις, εξαιρώντας τις συντάξεις από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις της συγκεκριμένης μέτρησης.

Δεν είναι μόνο θέμα φόρων – είναι θέμα δαπανών

Η δεύτερη πλευρά της εξίσωσης είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Το κράτος δεν κρίνεται μόνο από το πόσα εισπράττει αλλά και από το πού κατευθύνει τα χρήματα που εισπράττει.

Η ελληνική οικονομία έχει για χρόνια ένα διαφορετικό πρόβλημα: σημαντικό μέρος των δημόσιων πόρων κατευθύνεται σε τρέχουσες ανάγκες, κοινωνικές μεταβιβάσεις, μισθούς, συντάξεις και άλλες ανελαστικές δαπάνες, ενώ οι πόροι που μπορούν να ενισχύσουν το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας είναι περιορισμένοι.

Η εικόνα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη σε μια χώρα που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δημογραφικό πρόβλημα, χαμηλή παραγωγικότητα και ανάγκη για μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές, υγεία, παιδεία και τεχνολογία.

Και εδώ η διαφορά με την Ευρώπη αποκτά σημασία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Κομισιόν, το 2023 μόλις περίπου 25,6% των δημόσιων δαπανών στην Ελλάδα κατευθύνθηκε σε κατηγορίες που συνδέονται με τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, όπως η υγεία, η παιδεία, η έρευνα, οι μεταφορές και οι επικοινωνίες, έναντι 32,5% στην ΕΕ.

Η διαφορά είναι περίπου επτά ποσοστιαίες μονάδες.

Δεν πρόκειται για μια μικρή απόκλιση.

Σε μια οικονομία όπου το Δημόσιο διαχειρίζεται δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο, η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε σημαντικούς πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε ανθρώπινο κεφάλαιο, υποδομές και παραγωγική δυναμικότητα.

Και το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο.

Η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εδώ και πολλά χρόνια, γεγονός που δείχνει ότι δεν πρόκειται απλώς για μια συγκυριακή επίδοση ενός έτους.

Το παράδοξο των επιχειρήσεων – περισσότερα δάνεια και περισσότερα μετρητά

Την ίδια ώρα, στα τραπεζικά στοιχεία του Αυγούστου εμφανίζεται μια εξέλιξη που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής.

Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 2,965 δισ. ευρώ τον Αύγουστο, μετά τη μείωση κατά 2,014 δισ. ευρώ τον Ιούλιο.

Όμως σχεδόν ολόκληρη η αύξηση προήλθε από τις επιχειρήσεις.

Οι εταιρικές καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 2,380 δισ. ευρώ, ενώ οι καταθέσεις νοικοκυριών αυξήθηκαν μόλις κατά 585 εκατ. ευρώ.

Η διαφορά στους ετήσιους ρυθμούς είναι ακόμη μεγαλύτερη:

  • Επιχειρηματικές καταθέσεις: +25,2%
  • Καταθέσεις νοικοκυριών: +3,6%

Είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές αποτυπώσεις της διαφορετικής οικονομικής θέσης επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Οι επιχειρήσεις εμφανίζονται να δημιουργούν και να συσσωρεύουν ρευστότητα, ενώ τα νοικοκυριά αυξάνουν τις καταθέσεις τους με πολύ πιο αργό ρυθμό.

Τουρισμός, κέρδη ή «παρκαρισμένη» ρευστότητα;

Ο Αύγουστος είναι ασφαλώς ένας μήνας που πρέπει να διαβαστεί και μέσα από τον τουριστικό κύκλο.

Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι τον Ιούλιο οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 7,2% και στο επτάμηνο κατά 12%, γεγονός που ενισχύει τη ρευστότητα επιχειρήσεων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τον τουρισμό.

Ωστόσο, υπάρχει και μια δεύτερη εξέλιξη.

Η τραπεζική χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 9,4% τον Αύγουστο, από 9% τον Ιούλιο. Η μηνιαία καθαρή ροή ήταν θετική κατά 508 εκατ. ευρώ.

Έχουμε, συνεπώς, ταυτόχρονα:

περισσότερο τραπεζικό χρήμα προς τις επιχειρήσεις + περισσότερες επιχειρηματικές καταθέσεις.

Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι τα δανειακά κεφάλαια παραμένουν αδρανή.

Μπορεί να αντανακλά εποχική συσσώρευση εσόδων, αυξημένα κέρδη, ταμειακά διαθέσιμα που προορίζονται για επενδύσεις, προχρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων ή κεφάλαια που βρίσκονται προσωρινά σε αναμονή μέχρι να πραγματοποιηθούν οι σχετικές δαπάνες.

Αλλά η συνύπαρξη των δύο τάσεων είναι ένα στοιχείο που αξίζει να παρακολουθηθεί.

Ιδίως επειδή ένα σημαντικό μέρος της επιχειρηματικής χρηματοδότησης στην Ελλάδα συνδέεται πλέον και με τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι επομένως:

πόσο από αυτό το χρήμα μετατρέπεται τελικά σε παραγωγικές επενδύσεις;

Τα νοικοκυριά βρίσκονται στην άλλη πλευρά της εικόνας

Στα νοικοκυριά η εικόνα είναι διαφορετική.

Οι καταθέσεις αυξήθηκαν τον Αύγουστο κατά 585 εκατ. ευρώ, αλλά ο ετήσιος ρυθμός αύξησης περιορίστηκε στο 3,6%, από 3,9% τον Ιούλιο.

Και αυτό συμβαίνει σε ένα περιβάλλον όπου το διαθέσιμο εισόδημα εξακολουθεί να πιέζεται από το κόστος στέγασης, την ενέργεια, τα τρόφιμα και γενικότερα τις αυξημένες καθημερινές δαπάνες.

Η σύγκριση με τις επιχειρήσεις είναι αποκαλυπτική.

Οι εταιρικές καταθέσεις αυξάνονται με ρυθμό άνω του 25%, ενώ οι καταθέσεις των νοικοκυριών με μόλις 3,6%.

Δεν μπορεί ασφαλώς να εξαχθεί από αυτό μόνο το συμπέρασμα ότι τα νοικοκυριά «δεν μπορούν να αποταμιεύσουν». Χρειάζονται στοιχεία για το διαθέσιμο εισόδημα, την κατανάλωση και την κατανομή των καταθέσεων ανά εισοδηματική κατηγορία.

Ωστόσο, η απόσταση των δύο ρυθμών δείχνει ότι η αύξηση της ρευστότητας στην ελληνική οικονομία δεν κατανέμεται ομοιόμορφα.

Η μεγάλη εικόνα – περισσότερα έσοδα δεν σημαίνουν αυτομάτως περισσότερη ευημερία

Οι τρεις εξελίξεις συνδέονται μεταξύ τους.

Η φορολογική βάση διευρύνεται και τα φορολογικά έσοδα φθάνουν στο 40% του ΑΕΠ.

Οι επιχειρήσεις αυξάνουν τις καταθέσεις τους με ιδιαίτερα υψηλό ρυθμό, ενώ παράλληλα αυξάνεται και η τραπεζική τους χρηματοδότηση.

Τα νοικοκυριά, αντίθετα, αυξάνουν τις καταθέσεις τους πολύ πιο αργά.

Και το Δημόσιο εξακολουθεί να έχει περιορισμένο αναπτυξιακό αποτύπωμα στις δαπάνες του σε σχέση με την Ευρώπη.

Αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη φάση της ελληνικής οικονομίας.

Δεν αρκεί η αύξηση των φορολογικών εσόδων. Χρειάζεται να αυξηθεί και η αποτελεσματικότητα με την οποία αυτά επιστρέφουν στην οικονομία.

Επιστρέφουν ως καλύτερες υπηρεσίες υγείας και παιδείας;

Ως υποδομές;

Ως παραγωγικές επενδύσεις;

Ως κοινωνική προστασία για τα χαμηλότερα εισοδήματα;

Ή απορροφώνται κυρίως από τις ανελαστικές δαπάνες του κράτους;

Η ίδια ερώτηση ισχύει και για το τραπεζικό σύστημα.

Η αύξηση των εταιρικών καταθέσεων είναι θετική ως ένδειξη ρευστότητας. Αλλά για μια οικονομία που θέλει να αυξήσει την παραγωγικότητά της, το κρίσιμο βήμα είναι η μετατροπή της ρευστότητας σε επενδύσεις, παραγωγικό κεφάλαιο, τεχνολογία και νέες θέσεις εργασίας.

Από τη φορολογία στην παραγωγικότητα

Η Ελλάδα έχει περάσει πλέον σε μια διαφορετική φάση.

Δεν αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα που είχε πριν από μία δεκαετία, όταν η χώρα βρισκόταν σε συνθήκες δημοσιονομικής κρίσης και αποκλεισμού από τις αγορές.

Το πρόβλημα σήμερα είναι περισσότερο ποιοτικό.

Πώς μετατρέπεται η δημοσιονομική σταθερότητα σε υψηλότερη παραγωγικότητα και πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα;

Τα στοιχεία της Κομισιόν δείχνουν ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης στην αναδιανεμητική αποτελεσματικότητα του φορολογικού και κοινωνικού συστήματος.

Τα στοιχεία για τις δημόσιες δαπάνες δείχνουν αντίστοιχα ότι υπάρχει απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις κατηγορίες που συνδέονται με τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

Και τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι η ρευστότητα αυξάνεται κυρίως στην πλευρά των επιχειρήσεων, με την επιχειρηματική χρηματοδότηση να κινείται επίσης ανοδικά.

Το επόμενο μεγάλο στοίχημα, επομένως, δεν είναι απλώς να αυξηθούν τα έσοδα ή οι καταθέσεις.

Είναι να αυξηθεί η απόδοση κάθε ευρώ που κυκλοφορεί στην οικονομία.

Για το κράτος αυτό σημαίνει καλύτερη στόχευση των δαπανών και ισχυρότερη αναδιανομή εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη.

Για τις επιχειρήσεις σημαίνει να μετατρέψουν τη συσσωρευμένη ρευστότητα και την τραπεζική χρηματοδότηση σε επενδύσεις.

Και για τις τράπεζες σημαίνει να μεταφέρουν τη ρευστότητα από τους λογαριασμούς στην πραγματική οικονομία, χρηματοδοτώντας βιώσιμα επενδυτικά σχέδια.

Γιατί τελικά η ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο από το πόσα χρήματα εισπράττει το κράτος ή πόσα χρήματα βρίσκονται στις τράπεζες.

Μετριέται από το πόσο περισσότερο παράγει η οικονομία με αυτά τα χρήματα και πόσο από αυτή την αύξηση της παραγωγής μετατρέπεται σε υψηλότερο εισόδημα και ευημερία.