Η Ευρώπη αναζητά «ρωσικό δάκτυλο» πίσω από φωτιές και σαμποτάζ

Καθώς η Ευρώπη βίωνε ένα καλοκαίρι ακραίων θερμοκρασιών και οι πολιτικοί της κινούνταν σε ρυθμούς διακοπών, οι πολεμικές επιχειρήσεις της Ρωσίας στην Ουκρανία όχι μόνο συνεχίζονταν, αλλά εντείνονταν, με ολοένα βαρύτερο τίμημα για τους αμάχους.

Την ίδια περίοδο, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και αναλυτές, όπως μεταδίδει το BBC, άρχισαν να συνδέουν μια σειρά από πυρκαγιές, εκρήξεις και απόπειρες εμπρησμού σε στρατιωτικές ή αμυντικές εγκαταστάσεις με μια νέα εκστρατεία ρωσικών δολιοφθορών.

Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις οι έρευνες δεν έχουν ολοκληρωθεί, η ρωσική εμπλοκή δεν έχει αποδειχθεί και παραμένει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο ορισμένα συμβάντα να ήταν ατυχήματα.

Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση του αεροδρομίου της Λειψίας. Έναν μήνα μετά τον εντοπισμό drones με εκρηκτικά στον αερολιμένα, ο οποίος χρησιμοποιείται από την Ουκρανία για τη μεταφορά στρατιωτικού υλικού, ο υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας δήλωσε ότι «υπεύθυνη είναι η Ρωσία».

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν ζήτησε να παρουσιαστούν αποδείξεις, ενώ Ρώσοι αξιωματούχοι χαρακτήρισαν την κατηγορία «παράλογη». Tα drones αποτέλεσαν μόνο την αρχή. Στη διάρκεια του Αυγούστου σημειώθηκαν ύποπτες πυρκαγιές σε εγκαταστάσεις της αμυντικής βιομηχανίας, από την Ιταλία έως την Εσθονία. Ορισμένες χώρες έσπευσαν να δείξουν τη Ρωσία, άλλες εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις δεν έχει αποκλειστεί η πιθανότητα ατυχήματος.

Η δυσκολία στη διαλεύκανση τέτοιων περιστατικών αποτελεί μέρος του προβλήματος: εφόσον πρόκειται πράγματι για επιχειρήσεις δολιοφθοράς, σχεδιάζονται ακριβώς με τρόπο που να μπορούν να παρουσιαστούν ως τυχαία γεγονότα.

Ο υπουργός Εσωτερικών της Πολωνίας, Μάρτσιν Κερβίνσκι, πάντως, εμφανίστηκε βέβαιος ότι παρατηρείται αλλαγή της ρωσικής τακτικής. «Υπάρχουν πάρα πολλές ενδείξεις ότι η Ρωσία αλλάζει στρατηγική και εντείνει τις δραστηριότητές της, συμπεριλαμβανομένων τρομοκρατικών ενεργειών και επιχειρήσεων σαμποτάζ», δήλωσε, καλώντας τους πολίτες να βρίσκονται σε επιφυλακή.

Το «ύποπτο» καλοκαίρι στην Ευρώπη

Η αλληλουχία των περιστατικών άρχισε στις 4 Αυγούστου, όταν εντοπίστηκε το πρώτο drone στο αεροδρόμιο της Λειψίας, στη Γερμανία. Στις 10 Αυγούστου ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά σε αποθήκη της βουλγαρικής αμυντικής εταιρείας EMCO, στην Τριάβνα. Η εταιρεία υπενθύμισε ότι προηγούμενες εκρήξεις στις εγκαταστάσεις της είχαν ερευνηθεί για πιθανές σχέσεις με τη Ρωσία, υποστηρίζοντας ότι στην τελευταία περίπτωση «αποκλείεται το ανθρώπινο λάθος».

Τρεις ημέρες αργότερα, πυρκαγιά στις εγκαταστάσεις της KNDS Ammo Italy, έξω από τη Ρώμη, προκάλεσε μεγάλη έκρηξη. Σύμφωνα με τη La Repubblica, ο αρμόδιος εισαγγελέας διερευνά το ενδεχόμενο εξωτερικής παρέμβασης. Επισήμως, πάντως, η Εισαγγελία έχει ανακοινώσει μόνο ότι άνοιξε δικογραφία για πρόκληση καταστροφής από αμέλεια σε βάρος αγνώστων.

Στις 15 Αυγούστου τυλίχθηκε στις φλόγες το εργοστάσιο της Milrem Robotics στο Ταλίν της Εσθονίας. Σύμφωνα με την Kyiv Post, η εταιρεία προμηθεύει την Ουκρανία με drones. Δύο ύποπτοι συνελήφθησαν, ενώ ο Εσθονός πρωθυπουργός Κρίστεν Μίχαλ δήλωσε ότι οι ερευνητές εξετάζουν «σοβαρά» το ενδεχόμενο ρωσικής δολιοφθοράς.

Στις 25 Αυγούστου, η αστυνομία της Σλοβακίας ανακοίνωσε ότι απέτρεψε εμπρηστική επίθεση εναντίον ουκρανικής εταιρείας κατασκευής drones και κατέσχεσε «μεγάλη ποσότητα εμπρηστικού μείγματος». Η ίδια η εταιρεία κατηγόρησε τη Ρωσία, ενώ συνελήφθησαν τρία πρόσωπα που, σύμφωνα με την αστυνομία, «εκτελούσαν εντολές». Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς η Σλοβακία θεωρείται ένας από τους στενότερους συμμάχους της Μόσχας στην Ευρώπη.

Στις 30 Αυγούστου καταγράφηκαν δύο ακόμη πυρκαγιές στην Πολωνία, μια χώρα που υποστηρίζει ότι αποτελεί συχνό στόχο επιχειρήσεων δολιοφθοράς.

Η πρώτη σημειώθηκε σε εταιρεία κατασκευής εξαρτημάτων ελικοπτέρων στο Λούμπλιν. Ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ δήλωσε ότι «δεν μπορεί να αποκλειστεί ο εμπρησμός», χωρίς να αποδώσει ευθέως την ευθύνη στη Μόσχα.

Σαφέστερη θεωρείται η περίπτωση επίθεσης στην κατασκευάστρια drones WB Group. Κάμερα ασφαλείας κατέγραψε έναν κουκουλοφόρο να πετά εμπρηστικούς μηχανισμούς, με τον Τουσκ να κάνει λόγο για «συνέχιση των κλιμακούμενων ενεργειών της Ρωσίας».

Η ακολουθία συνεχίστηκε τον Σεπτέμβριο, όταν δύο Βούλγαροι συνελήφθησαν στο Μόναχο ως ύποπτοι για εμπρησμό, μετά τη ρίψη εμπρηστικών μηχανισμών από αυτοκίνητο στις εγκαταστάσεις της αμυντικής εταιρείας Rohde & Schwarz.

Γιατί αυξάνονται τώρα οι υποψίες

Οι επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών και αμυντικών στόχων δεν αποτελούν νέο φαινόμενο. Στο παρελθόν, ωστόσο, μεταξύ των στόχων περιστατικών που αποδόθηκαν στη Ρωσία περιλαμβάνονταν ακόμη και ένα κατάστημα IKEA και ένα κατάστημα χρωμάτων στην Πολωνία.

Το καινούργιο στοιχείο είναι η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού υποθέσεων μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι όλες έχουν κοινό δράστη ή κεντρικό συντονισμό.

«Η ένταση των επιθέσεων εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων που παρατηρήσαμε τις τελευταίες εβδομάδες είναι ασυνήθιστη», δήλωσε η Ντανιέλα Ρίχτεροβα, από το Τμήμα Πολεμικών Σπουδών του King’s College του Λονδίνου.

Η ίδια συνδέει την αύξηση των περιστατικών με τις εξελίξεις στο ουκρανικό μέτωπο και τα βαθιά πλήγματα που πραγματοποιεί πλέον το Κίεβο στο εσωτερικό της ρωσικής επικράτειας. «Έχουμε δει ουσιαστικά την Ουκρανία να μεταφέρει τον πόλεμο στη Ρωσία και να πλήττει βαθιά στο ρωσικό έδαφος. Η Μόσχα βρίσκεται υπό πίεση και πρέπει να κάνει κάτι», ανέφερε.

Κατά τη Ρίχτεροβα, ορισμένες επιχειρήσεις δολιοφθοράς μπορεί να αποσκοπούν στην πρόκληση χάους και φόβου. Θεωρεί, όμως, ότι στην παρούσα φάση ο βασικός στόχος του Κρεμλίνου είναι να στείλει ένα μήνυμα καταναγκασμού: να αυξήσει το κόστος για τις ευρωπαϊκές χώρες και να τις πιέσει να περιορίσουν τη στρατιωτική υποστήριξη προς το Κίεβο.

Η Γερμανία, μετά την αρχικά επιφυλακτική στάση της, έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο προμηθευτή στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία.

«Τεστάρει τις αντοχές του ΝΑΤΟ»

Άλλοι αναλυτές προβάλλουν διαφορετική θεωρία. Εκτιμούν ότι η Ρωσία δεν ενδιαφέρεται τόσο να διακόψει τη ροή όπλων προς την Ουκρανία, όσο να αναζητήσει αδυναμίες στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.

«Η Ρωσία δοκιμάζει τα όρια του αποδεκτού και συλλέγει πληροφορίες για τα αποτελέσματα. Εντοπίζει τι λειτουργεί και ποια σημεία είναι ευάλωτα», υποστηρίζει ο Κιρ Τζάιλς από το βρετανικό think tank Chatham House.

Ο ίδιος αντιμετωπίζει την υποτιθέμενη εκστρατεία σαμποτάζ ως προετοιμασία για την «επόμενη φάση» της ρωσικής επιθετικότητας στην Ευρώπη. «Αξιολογούν κατά πόσο η χώρα που γίνεται στόχος είναι πραγματικά πρόθυμη να αντιδράσει», υποστήριξε.

Το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών (IISS), το οποίο καταγράφει υποθέσεις δολιοφθοράς, επισημαίνει ότι ανάλογη αύξηση είχε παρατηρηθεί το 2024, όταν οι σύμμαχοι της Ουκρανίας άρχισαν να της επιτρέπουν να χρησιμοποιεί δυτικά όπλα για πλήγματα βαθύτερα στη Ρωσία.

Την ίδια χρονιά αποκαλύφθηκε η υπόθεση των παγιδευμένων δεμάτων. Η Μόσχα κατηγορήθηκε ότι έστελνε στη Βρετανία και στην Πολωνία πακέτα τα οποία περιείχαν υγρές εκρηκτικές ύλες. Ένα από αυτά αναφλέγηκε λίγο πριν φορτωθεί σε αεροσκάφος της DHL. Εκτιμάται ότι επρόκειτο για δοκιμή πριν από μια πολύ μεγαλύτερη επιχείρηση. «Αυτό αποτέλεσε σημαντική κλιμάκωση ως προς την προθυμία τους να προκαλέσουν μαζικές απώλειες», ανέφερε ο Τζάιλς.

Το περιστατικό θεωρήθηκε τόσο σοβαρό, ώστε ο Λευκός Οίκος επικοινώνησε με το Κρεμλίνο ζητώντας του να σταματήσει. Κατά την ερμηνεία του αναλυτή, η Ρωσία είχε δοκιμάσει τα όρια και είχε διαπιστώσει πού βρισκόταν η κόκκινη γραμμή.

Οι ύποπτες ενέργειες, πάντως, συνεχίστηκαν. Γερμανικά μέσα ενη μεταδίδουν ότι έκθεση της ομοσπονδιακής αστυνομίας καταγράφει περισσότερες από 165 πιθανές υποθέσεις σαμποτάζ στη χώρα από την αρχή του έτους, χωρίς να αποδίδει όλες τις περιπτώσεις στον ίδιο υπεύθυνο.

Ποιοι φέρονται να εκτελούν τις επιχειρήσεις

Η μεγάλη πλειονότητα των ενεργειών που αποδίδονται στη Ρωσία φέρεται να πραγματοποιείται από ενδιάμεσους, οι οποίοι έχουν χαρακτηριστεί «σαμποτέρ της gig economy». Πρόκειται συνήθως για ρωσόφωνους πολίτες πρώην σοβιετικών κρατών, οι οποίοι στρατολογούνται μέσω διαδικτύου και παρακινούνται κυρίως από την οικονομική αμοιβή, όχι από πολιτική ή ιδεολογική ταύτιση.

Σε μία υπόθεση που είχε παρουσιάσει το BBC από την Πολωνία, ορισμένοι από τους επίδοξους σαμποτέρ είχαν προηγουμένως πολεμήσει εθελοντικά στο πλευρό της Ουκρανίας. Οι καθοδηγητές τους θεωρείται ότι παραμένουν στη Ρωσία και συντονίζουν τις επιχειρήσεις διαδικτυακά. Το IISS έχει παρομοιάσει αυτά τα πρόσωπα με drones καμικάζι: είναι φθηνά, μπορούν να ενεργοποιηθούν μαζικά και αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμα.

Η χρησιμοποίηση ερασιτεχνών δημιουργεί, ωστόσο, προβλήματα. Στην υπόθεση των παγιδευμένων δεμάτων, ένας από τους εμπλεκομένους δεν κατάφερε να εντοπίσει το σημείο παραλαβής, με αποτέλεσμα ολόκληρη η αποστολή να ακυρωθεί.

Εάν η Μόσχα έστειλε πράγματι επαγγελματίες για την επιχείρηση με τα drones στη Λειψία, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι επιζητούσε ακρίβεια και βεβαιότητα επιτυχίας. Παρ’ όλα αυτά, οι μηχανισμοί φαίνεται ότι παρουσίασαν δυσλειτουργία.

Η Ευρώπη επιστρέφει στη λογική του Ψυχρού Πολέμου

Οι υποθέσεις που αποδίδονται στη Ρωσία παραπέμπουν, σύμφωνα με αναλυτές, στις μεθόδους του Ψυχρού Πολέμου. Η έρευνα της Ρίχτεροβα δείχνει ότι παρόμοιοι στόχοι περιλαμβάνονταν σε σοβιετικούς καταλόγους πιθανών δολιοφθορών, ενώ οι πράκτορες χρησιμοποιούνταν με αντίστοιχο τρόπο.

Η λογική ήταν να πραγματοποιούνται μικρές επιχειρήσεις σε καιρό ειρήνης, τις οποίες η Μόσχα θα μπορούσε να αρνηθεί, και να κλιμακώνονται σε περίπτωση πολέμου. «Πιστεύω ότι εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στη γκρίζα ζώνη μεταξύ ειρήνης και πολέμου. Ωστόσο, οι επιθέσεις των τελευταίων εβδομάδων περιορίζουν αυτή τη ζώνη και αυξάνουν τον κίνδυνο για το τι θα ακολουθήσει», σημειώνει η Ρίχτεροβα.

Καθώς το ΝΑΤΟ αναζητεί τρόπο αντίδρασης, παραμένει αναπάντητο ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσες μικρές και φαινομενικά μεμονωμένες επιθέσεις απαιτούνται για να θεωρηθούν μια διαρκής και συντονισμένη επίθεση που επιβάλλει συλλογική απάντηση;

Ακόμη μεγαλύτερος ίσως είναι ο κίνδυνος μιας ακούσιας κλιμάκωσης. Τι θα συνέβαινε εάν το παγιδευμένο δέμα εκρήγνυτο εν πτήσει και προκαλούσε την πτώση ενός αεροσκάφους; Ή εάν ένα από τα drones στη Λειψία κατέρριπτε κάποιο αεροπλάνο;

«Θα μπορούσε να προκύψει μια πολύ μεγάλη επίθεση. Σε ένα τόσο τεταμένο περιβάλλον ασφαλείας, το ΝΑΤΟ δεν θα μπορούσε να την αγνοήσει και θα ήταν υποχρεωμένο να αντιδράσει», προειδοποίησε η Ρίχτεροβα.

Μέχρι στιγμής, πάντως, ανάμεσα στις πολιτικές καταγγελίες, στις εκτιμήσεις των υπηρεσιών και στα πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική απόσταση. Η συσσώρευση περιστατικών ενισχύει τις υποψίες, αλλά δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι κάθε πυρκαγιά ή έκρηξη σε ευρωπαϊκό έδαφος αποτελεί τμήμα ενός ενιαίου ρωσικού σχεδίου.