Η επισιτιστική κρίση στην Ελλάδα | Οι επιπτώσεις της ανόδου τιμών στο σιτάρι

Η επισιτιστική κρίση στην Ελλάδα | Οι επιπτώσεις της ανόδου τιμών στο σιτάρι

Μια κρίση διαφορετική από τις άλλες, κάνει την απειλητική της εμφάνιση, το τελευταίο διάστημα με έντονη την οσμή κερδοσκοπικών παιχνιδιών. Ο λόγος για την περίφημη επισιτιστική κρίση την οποία ο κόσμος βιώνει καθημερινά όλο και περισσότερο, με τις επιπτώσεις της να επηρεάζουν νοικοκυριά σε όλο τον κόσμο, που αναγκάζονται να περιορίζουν την κατανάλωση βασικών ειδών, με άγνωστες επιπτώσεις στη διατροφική υγεία μακροπρόθεσμα.

Thank you for reading this post, don't forget to subscribe!

Της Βιργινίας Κιμπουροπούλου

Αυτό που πραγματικά σοκάρει περισσότερο είναι η αύξηση στα σιτηρά, άρα και στο ψωμί, το βασικότερο και πιο προσιτό είδος, ακόμα και για τα φτωχότερα νοικοκυριά. Σε κάποιες χώρες, μάλιστα, όπως η Αίγυπτος, το ψωμί ήδη επιδοτείται ως προς ορισμένες κατηγορίες του.

Στην τελευταία έκθεση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), o δείκτης τιμών για τα σιτηρά έδειξε αύξηση 56,2% από τις περσινές τιμές, ενώ ένας τόνος σκληρού σιταριού αξίζει πλέον περίπου 554 ευρώ, βάσει στοιχείων του Χρηματιστηρίου της Μπολόνια. Για να κατανοήσουμε καλύτερα το τι σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί, επιχειρούμε να αποτυπώσουμε τα αίτια αυτής της αύξησης λίγο βαθύτερα από το προφανές.

21ed9da6781c4b66a87ecae720834a84

Συνήθως, οι περισσότερες αυξήσεις στον τομέα της ενέργειας, των καυσίμων και του επισιτισμού, αποδίδονται στον πόλεμο Ρωσίας -Ουκρανίας. Και πράγματι, ο πόλεμος ευθύνεται σε μεγάλο μέρος για τις ραγδαίες ανατιμήσεις στο σιτάρι, καθώς η Ουκρανία οδηγήθηκε σε μειωμένη παραγωγή σε σιτηρά. Η Ρωσία και η Ουκρανία εκπροσωπούν μαζί το 1\3 της παγκόσμιας παραγωγής σιτηρών. Παράλληλα, η Ινδία, εξίσου μεγάλος παραγωγός σιτηρών, είχε απαγορεύσει τις εξαγωγές, με αποτέλεσμα, αντί να εξισορροπήσει κάπως το διαθέσιμο απόθεμα σε σιτάρι, οι παγκόσμιες ελλείψεις να μείνουν σε στάσιμες και το σιτάρι να συνεχίσει να ανατιμάται.

Στις ΗΠΑ, οι πλημμύρες και η ξηρασία στη Βόρεια Ντακότα και το Κάνσας, αντίστοιχα, δηλαδή τους δύο βασικούς σιτοβολώνες της Β. Αμερικής, οδήγησαν σε λιγότερες καλλιέργειες, ενώ ταυτόχρονα μεγάλο ποσοστό της υπάρχουσας καλλιεργήσιμης γης χρησιμοποιείται για να καλύψει ελλείψεις σε γεωκαύσιμα, όπως για παράδειγμα σόγια. Ως συντελεστή για τις καιρικές μεταβολές θα μπορούσε κανείς να “κατηγορήσει” και την κλιματική αλλαγή, η οποία φέρνει τα πάνω κάτω στις προβλέψεις των αγροτών για την εξέλιξη των καλλιεργειών.

Ενώ αυτά είναι τα δεδομένα που διαμορφώνουν το παγκόσμιο τοπίο στα σιτηρά, πώς αυτό μεταφράζεται στα ελληνικά δεδομένα; Η Ελλάδα είναι μια χώρα που ως επί τω πλείστω βασίζεται σε εισαγωγές προϊόντων για την κάλυψη των επισιτιστικών της αναγκών. Οι επιχειρήσεις που εισάγουν, λοιπόν, σιτάρι, καλούνται να απορροφήσουν τις μεγάλες αυτές αυξήσεις, με επιπτώσεις τόσο στην παραγωγή τους όσο και στις πωλήσεις τους. Είναι σημαντικό να αποτυπωθεί η πλευρά τους απέναντι στον πραγματικό αντίκτυπο της ανόδου των τιμών στα σιτηρά. Μιλήσαμε γι’ αυτό με ορισμένους ανθρώπους του κλάδου.

sitari 1

Οι αυξήσεις στο σιτάρι

“Η αύξηση στις τιμές των σιτηρών και συγκεκριμένα στο αλεύρι έχει αγγίξει το 90-100%, ειδικά για το διάστημα Απρίλιος- Μάιος”, μας αναφέρει ο πρόεδρος του Συλλόγου Αρτοποιών Ελλάδος, Μιχάλης Μούσιος. “Αυτό το μήνα έχουμε μια σταθεροποίηση των τιμών και σύντομα περιμένουμε και τη νέα σοδειά, οπότε θα δούμε και τότε πώς θα διαμορφωθούν οι τιμές.

Θεωρώ πως δεν θα έχουμε τόσο υψηλές τιμές.” Ένας άλλος επιχειρηματίας που ασχολείται με το εμπόριο και τις εισαγωγές αλευριού, αλλά θέλει να παραμείνει ανώνυμος για ευνόητους λόγους, αναφέρει πως οι αυξήσεις στο εισαγόμενο μαλακό σιτάρι έχουν ξεπεράσει το 100% σε σχέση με πέρυσι. “Ο δείκτης τιμών, συγκεκριμένα για το μαλακό σιτάρι από 180 ευρώ ανά τόνο έχει φτάσει περίπου τα 400 ευρώ”.

Αναφερόμενος στην Ινδία και την κάπως πιο πρόσφατη, ελαστικότερη προσέγγιση στις εξαγωγές, καθώς και σε προσπάθειες από άλλες χώρες της Ε.Ε να βοηθήσουν όσο μπορούν την κατάσταση, ο κ. Μούσιος πιστεύει πως οι τιμές θα σταθεροποιηθούν μεν, αλλά δεν είναι σίγουρο το αν θα πέσουν. “Όσον αφορά στις αυξήσεις, ξεκίνησαν από το τέλος της πανδημίας, πιο συγκεκριμένα, το καλοκαίρι του 21, αλλά ο πόλεμος απλά έκανε την κατάσταση χειρότερη”, συμπληρώνει ο κ. Μούσιος. Οι ίδιοι οι αρτοποιοί προσπαθούν να απορροφήσουν το μεγαλύτερο ποσοστό του κόστους, όπως ήδη έχει συμβεί σε οικογενειακά κυρίως αρτοποιεία. “Άλλωστε, υψηλές τιμές φέρνουν πτώση στις πωλήσεις και αυτή τη στιγμή αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να αντέξει ο κλάδος”, συμπληρώνει ο πρόεδρος των αρτοποιών.

Τι ρόλο παίζει η κερδοσκοπία;

Ενώ οι περισσότεροι αποδίδουν στον πόλεμο το μεγαλύτερο ποσοστό των αυξήσεων στις τιμές των σιτηρών, υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να συνυπολογιστεί: η κερδοσκοπία. “Σε τέτοιες καταστάσεις, σίγουρα οι κερδοσκόποι επωφελούνται της κατάστασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα και το ηλιέλαιο. Οταν πρωτοξεκίνησε ο πόλεμος και οι ελλείψεις, από 12 ευρώ το 10λιτρο, ανέβηκε στα 30. Όταν, όμως, μαθεύτηκε ότι υπάρχει απόθεμα στη χώρα, η τιμή έπεσε στα 25 ευρώ”.

Η τιμή, λοιπόν, δικαιολογείται ως ένα σημείο από τις ελλείψεις αποκλειστικά λόγω του ρωσοουκρανικού πολέμου, με τα “παιχνίδια” των εισαγωγέων κερδοσκόπων να διαμορφώνουν το υπόλοιπο τοπίο. Σχετικά πρόσφατη έκθεση της Lighthouse Reports, σελίδα ερευνητικής δημοσιογραφίας, με θέμα “Οι Κερδοσκόποι της Πείνας” καταδεικνύει πως πολυεθνικοί “γίγαντες” στον τομέα των τροφίμων έχουν επωφεληθεί πολύ από τον πόλεμο, τον οποίο χρησιμοποίησαν ως πρόφαση για να αυξήσουν τα κέρδη και τις επενδύσεις τους στα χρηματιστήρια τροφίμων.

Αυτό άλλωστε υπογραμμίζεται και από τις τελευταίες εκτιμήσεις του FAO, σύμφωνα με τον οποίο η παραγωγή σιταριού δεν θα επηρεαστεί και τόσο από τον πόλεμο, καθώς αναμένεται να αυξηθεί ελάχιστα, σε 2,8 δισεκατομμύρια τόνους, γεγονός που αποδεικνύει πως σίγουρα υπάρχουν νικητές και κερδισμένοι από την κατάσταση.

Το αντίκτυπο στους καταναλωτές

Φυσικά, οι “χαμένοι” στην εν λόγω ιστορία είναι οι καταναλωτές. Οι μέχρι τώρα έρευνες αποδεικνύουν πως οι Έλληνες σταδιακά μειώνουν τα είδη που αγοράζουν από τα καταστήματα λιανικής τροφίμων. Έρευνα της Ierax Analytics προσδιορίζει αυτό το ποσοστό στο 66%, με πρόσθετα ευρήματα να αναφέρουν πως στρέφονται περισσότερο και στο junk food. “Οι καταναλωτές έχουν κόψει τα πάντα”, σχολιάζει ο κ Μούσιος. “Η πτώση του τζίρου στα αρτοπαρασκευάσματα έχει πέσει στο 20%. Ακόμη και το ψωμί. Πλέον τα νοικοκυριά δεν πετάνε ούτε ψίχουλο. Οι κύριες πτώσεις αφορούν είδη, όπως γλυκά και βουτήματα”.

Μια καταναλώτρια, η οποία επίσης θέλει να μείνει ανώνυμη, δηλώνει πως επιλέγει να αγοράζει πια αρτοπαρασκευάσματα, κυρίως από εκπτωτικές αλυσίδες σουπερμάρκετ, καταφεύγοντας πολλές φορές σε λιγότερο υγιεινές λύσεις, όπως το να αγοράζει αποκλειστικά ψωμί του τοστ και αποκλείοντας την αγορά επιπρόσθετης φρατζόλας ψωμιού από τον τοπικό της φούρνο.

Μιλήσαμε πριν για νικητές και χαμένους, αλλά η αλήθεια είναι πως στην πραγματικότητα κανείς δεν επωφελείται μακροπρόθεσμα από μια κρίση που αφορά, το, ίσως σημαντικότερο, διατροφικό είδος, το οποίο μέχρι πρότινος δεν έλειπε από κανένα τραπέζι.

Δεν είναι σίγουρο στα ελληνικά δεδομένα σε τι ποσοστό, αν και ποιος επωφελείται από αυτή την κατάσταση. Αλλά είναι σίγουρα “εγκληματικό” σε τέτοιες καταστάσεις που ένα μέρος της ανθρωπότητας αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο λιμού, η κερδοσκοπία να αφήνεται ανεξέλεγκτη να παίζει με την πείνα. Και εδώ ο ρόλος της πολιτικής και των κυβερνήσεων είναι καθοριστικός.

One thought on “Η επισιτιστική κρίση στην Ελλάδα | Οι επιπτώσεις της ανόδου τιμών στο σιτάρι

  1. Παράθεμα: Αναζητώντας λύση για τα σιτηρά της Ουκρανίας | De-Facto

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *