Ελληνική οικονομία | Πληγωμένη στο ξεκίνημα του πολέμου

Ελληνική οικονομία | Πληγωμένη στο ξεκίνημα του πολέμου

Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένα γεγονός τεράστιας οικονομικής σημασίας. Η απόφαση του Πούτιν να εισβάλουν τα ρωσικά στρατεύματα στη γειτονική χώρα προκάλεσε την επιβολή νέων οικονομικών κυρώσεων, αντίμετρα για τις κυρώσεις από την πλευρά της Ρωσίας και μεγάλη αναταραχή στις διεθνείς αγορές.

Όλα δείχνουν ότι ο πόλεμος θα είναι για πολύ καιρό μαζί μας. Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Μακρόν, θεωρεί, ύστερα από τις τηλεφωνικές επαφές που είχε με τον Πούτιν, ότι στόχος του Ρώσου δικτάτορα είναι η πλήρης κατάληψη και κατοχή της Ουκρανίας. Για μεγάλη διάρκεια της εμπόλεμης κατάστασης μίλησε και ο πρόεδρος της Γερμανίας, Σταϊνμάιερ, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο νατοϊκό στρατόπεδο της Ρούκλα στη Λιθουανία, το οποίο επισκέφτηκα την προηγούμενη εβδομάδα μετέχοντας σε αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Η δοκιμασία για τη διεθνή και φυσικά την ελληνική οικονομία είναι σημαντική και θα έχει μεγάλη διάρκεια. Το ερώτημα είναι αν η ελληνική οικονομία αντέχει ύστερα από 12 χρόνια κρίσης και αναγκαστικής προσαρμογής.

Δυστυχώς, η ελληνική οικονομία ξεκινάει την περίοδο του πολέμου πληγωμένη, εξαιτίας διαρθρωτικών αδυναμιών και σοβαρών λαθών και παραλείψεων.

Πληθωρισμός

Η πρώτη μεγάλη πληγή της ελληνικής οικονομίας είναι ο πληθωρισμός, ο οποίος ανέβηκε εντυπωσιακά πριν από το ξέσπασμα του πολέμου. Ο ετήσιος πληθωρισμός είχε ήδη φτάσει το 6,2% και όλα δείχνουν ότι το εξαιρετικά αυτό υψηλό ποσοστό θα είναι βάση εκκίνησης για μεγαλύτερη άνοδο.

Οι ενισχυμένες πληθωριστικές πιέσεις έχουν ξεχωριστή σημασία για την Ελλάδα. Ρίχνουν ακόμη πιο χαμηλά το πραγματικό εισόδημα εκατομμυρίων συμπολιτών μας, που δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, και δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα στις οριακές επιχειρήσεις, που δεν μπορούν να περάσουν το υψηλότερο κόστος στους πελάτες τους.

Το Μαξίμου και το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης αιφνιδιάστηκαν από τη μεγάλη άνοδο του πληθωρισμού. Έχασαν ένα εξάμηνο προσπαθώντας να πείσουν την κοινή γνώμη ότι οι αυξήσεις τιμών δεν είναι σημαντικές και πως θα έχουν μικρή χρονική διάρκεια. Ενδεικτική της έλλειψης προετοιμασίας της κυβέρνησης ήταν η επίσημη εκτίμηση τον Δεκέμβριο του 2021 –περιλαμβάνεται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2022– για ετήσιο πληθωρισμό 0,8% το 2022.

Η κυβέρνηση δεν έχει σχέδιο για τον έλεγχο των πληθωριστικών πιέσεων. Αποφάσισε να βάλει πλαφόν στην κερδοφορία στον κρίσιμο τομέα των καυσίμων, σε μία προσπάθεια να καλύψει την αδυναμία της να επιβάλει πλαφόν στις τιμές καυσίμων και ορισμένων βασικών αγαθών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η επιβολή πλαφόν στις τιμές προϋποθέτει προσωρινή μείωση των εξαιρετικά υψηλών καταναλωτικών φόρων, με βάση τις δυνατότητες που προσφέρουν οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Όπως παραδέχθηκαν τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, η επιβολή ενός απροσδιόριστου πλαφόν στην κερδοφορία, με αναφορά στην κατάσταση που επικρατούσε στην αγορά τον Σεπτέμβριο του 2021, δεν πρόκειται να μειώσει τις τιμές αλλά μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό της αύξησής τους.

Ειδικά για το λίτρο της αμόλυβδης βενζίνης, μπαίνουμε στον πόλεμο με τη μέση τιμή να έχει ξεπεράσει το 1,90 ευρώ, ενώ στα νησιά κινείται ήδη αρκετά επάνω από τα 2 ευρώ. Οι εκτιμήσεις εκπροσώπων του κλάδου είναι ότι σε διάστημα μίας-δύο εβδομάδων θα φτάσουμε σε μέση τιμή 2 ευρώ το λίτρο. Από αυτά τα 2 ευρώ, τα δύο τρίτα –κάτι παραπάνω από 1,30 ευρώ– είναι φόροι. Το Δημόσιο θα μπορούσε να συμβάλλει στην επιβολή ενός πλαφόν της τάξης του 1,5-1,6 ευρώ στην τιμή του λίτρου, μειώνοντας το μερίδιο των φόρων στο συνολικό κόστος.

Ένα άλλο πρόβλημα που σχετίζεται με την κυβερνητική πολιτική είναι ότι δεν αυξήθηκε έγκαιρα ο κατώτατος μισθός, για να μπορέσει ο κόσμος να βγάλει τον χειμώνα με κάπως μικρότερη οικονομική ταλαιπωρία. Η κυβέρνηση προχώρησε σε μία συμβολική αύξηση 2% του κατώτατου μισθού και έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα υπάρξει μια πρόσθετη ουσιαστική αύξηση 6% την 1η Μαΐου του 2022. Η κοινωνικά αναγκαία αύξηση του κατώτατου μισθού θα συμβάλει για ένα διάστημα στην ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων, ενώ υπάρχει πάντα ο κίνδυνος –λόγω των διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας– για τη δημιουργία αυτοσυντηρούμενου πληθωριστικού κύκλου, που θα βασίζεται σε αυξήσεις τιμών και εισοδημάτων.

Επομένως, η οικονομία μας μπαίνει στην πολεμική περίοδο που άνοιξε με ευθύνη του Πούτιν με μεγάλο πρόβλημα πληθωρισμού.

Το φυσικό αέριο

Η δεύτερη μεγάλη πληγή της ελληνικής οικονομίας στο ξεκίνημα μιας κρίσιμης περιόδου είναι η μεγάλη εξάρτηση από το φυσικό αέριο.

Με απόφαση του πρωθυπουργού, κ. Μητσοτάκη, η χώρα πήγε σε μία απολιγνιτοποίηση-εξπρές η οποία αύξησε θεαματικά την εξάρτηση από το φυσικό αέριο, ένα ρυπογόνο εισαγόμενο ορυκτό καύσιμο.

Το σκεπτικό ήταν ότι το φυσικό αέριο ρυπαίνει λιγότερο από τον λιγνίτη και γι’ αυτό μπορεί να αναδειχθεί σε μεταβατικό καύσιμο των επόμενων δεκαετιών, έως ότου φτάσουμε στην απόλυτη κυριαρχία των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ).

Η επιλογή Μητσοτάκη υπέρ του φυσικού αερίου είναι στα μέτρα ορισμένων μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, που συμπληρώνουν την παρουσία τους στις κατασκευές –δηλαδή στα δημόσια έργα και στα έργα ΣΔΙΤ– με την ανάπτυξή τους στον ενεργειακό τομέα, κυρίως μέσω φυσικού αερίου και σε βάρος της ΔΕΗ.

Από την αρχή είχα αντιταχθεί στην επιλογή Μητσοτάκη. Η σωστή πολιτική είναι –κατά τη γνώμη μου– η πλήρης αξιοποίηση του λιγνίτη με ειδική συνεννόηση με την Ε.Ε. για μείωση του κόστους των δικαιωμάτων αερίων ρύπων και επιτάχυνση της ανάπτυξης των ΑΠΕ με παράλληλη ανάπτυξη του δικτύου, μεγάλες επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας και τη δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων.

Με το ξέσπασμα του πολέμου ολοκληρώνεται το ενεργειακό αδιέξοδο της Ελλάδας, το οποίο οφείλεται στην επιλογή Μητσοτάκη υπέρ του φυσικού αερίου. Το κόστος του φυσικού αερίου είχε πολλαπλασιαστεί πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών και τώρα συνεχίζει μια επικίνδυνη για την οικονομία μας πορεία προς τα επάνω.

Με τον τρόπο που λειτουργεί το Χρηματιστήριο Ενέργειας στην Ελλάδα, το ακριβότερο καύσιμο –που αυτή την περίοδο είναι το φυσικό αέριο– ορίζει την τιμή χονδρικής της ηλεκτρικής ενέργειας στην πατρίδα μας. Έχουμε φτάσει στο σημείο να έχουμε την 1η ή τη 2η υψηλότερη τιμή χονδρικής στην Ε.Ε., ενώ το εισοδηματικό μας επίπεδο είναι πολύ χαμηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Νοικοκυριά, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και βιομηχανία –ιδιαίτερα η εξαγωγική– βαδίζουν προς πλήρες οικονομικό αδιέξοδο μέσω του υψηλού ενεργειακού κόστους. Η κυβερνητική ηγεσία εξακολουθεί να παίζει στον ρυθμό του λόμπι του φυσικού αερίου, το οποίο έχει ισχυρή πρόσβαση στο Μαξίμου.

Όσο μένει ανοιχτή η ενεργειακή πληγή, περιορίζεται δραστικά η αντοχή της ελληνικής οικονομίας και η δυνατότητά της να απαντήσει θετικά στην πρόκληση ενός ευρωπαϊκού πολέμου μεγάλης διάρκειας.

Η ανταγωνιστικότητα

Ο συνδυασμός υψηλού πληθωρισμού και υπερβολικά μεγάλης εξάρτησης από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, η διεθνής τιμή του οποίου πραγματοποιεί ιστορικά ρεκόρ στην αγορά του Ρότερνταμ, υπονομεύει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Και σε αυτό το ζήτημα είχε χαθεί ο έλεγχος πριν από την έναρξη του πολέμου και είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακτηθεί στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται.

Το εμπορικό έλλειμμα αυξήθηκε κατά 33% το 2021 σε σχέση με το 2020. Οι εξαγωγές πήγαν καλά, αλλά συνδυάστηκαν με μεγαλύτερη αύξηση των εισαγωγών και εντυπωσιακή διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος.

Με την πανδημία επιστρέψαμε σε σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Το 2020 ξεπέρασε το 6% του ΑΕΠ, λόγω της κατάρρευσης των τουριστικών εσόδων εξαιτίας της COVID-19.

Το 2021 τα τουριστικά έσοδα ανέκαμψαν στο επίπεδο του 60% των εσόδων-ρεκόρ του 2019. Ήρθε όμως η μεγάλη αύξηση του εμπορικού ελλείμματος για να διατηρήσει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών λίγο κάτω από το 6% του ΑΕΠ. Τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν επιτρέπουν μεγάλη αύξηση των εξαγωγών χωρίς μεγαλύτερη αύξηση των εισαγωγών. Επιπλέον, τους τελευταίους μήνες του 2021 αυξήθηκε θεαματικά το κόστος των εισαγόμενων καυσίμων, αρνητική εξέλιξη η οποία συνεχίζεται τους πρώτους μήνες του 2022.

Κατά συνέπεια, η ελληνική οικονομία μπαίνει στην περίοδο του ευρωπαϊκού πολέμου, με σοβαρό πρόβλημα διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Το εμπορικό έλλειμμα τραβάει την ανηφόρα και η επανεμφάνιση σημαντικού ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μάς πηγαίνει πίσω στην περίοδο των δίδυμων ελλειμμάτων –ταυτόχρονα δημοσιονομικό έλλειμμα και έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών–, η οποία προηγήθηκε των μνημονίων.

Μαύρη τρύπα

Η τέταρτη πληγή της ελληνικής οικονομίας, στο ξεκίνημα μιας δύσκολης περιόδου, είναι το δημοσιονομικό. Έχει μετατραπεί ξανά σε μαύρη οικονομική τρύπα, που κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς περιέχει και κυρίως τι βάθος έχει.

Έχει σημειωθεί σοβαρή επιδείνωση στα οικονομικά της κοινωνικής ασφάλισης, για τα οποία οι κυβερνητικοί αρμόδιοι αποφεύγουν να δίνουν ακριβείς πληροφορίες.

Η επιδείνωση των ασφαλιστικών μεγεθών μεγαλώνει το δημοσιονομικό έλλειμμα. Το 2020 και το 2021 το δημοσιονομικό έλλειμμα κινήθηκε στο 9%-10% του ΑΕΠ, δηλαδή όσο το… 2008, πριν από τη μεγάλη αποσταθεροποίηση.

Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης ειδικεύεται σε προγνώσεις μεγάλης μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος, που καταλήγουν –η μία μετά την άλλη– στο καλάθι των αχρήστων. Εκεί κατέληξε και ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2022, ο οποίος στηριζόταν σε εκτίμηση για ετήσιο πληθωρισμό 0,8% και περίπου αυτόματη συρρίκνωση του δημοσιονομικού ελλείμματος μέσα από μια διαδικασία εξαιρετικά δυναμικής οικονομικής ανάπτυξης.

Πηγαίνουμε πλέον στην παραδοσιακή αναθεώρηση του κρατικού προϋπολογισμού, ενώ ο περιορισμός του δημοσιονομικού ελλείμματος γίνεται μια πολύ μπερδεμένη υπόθεση. Με το χρέος να έχει φτάσει στο επίπεδο-ρεκόρ του 200% του ΑΕΠ, επιβάλλεται να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα για να αποτραπεί ο διαφαινόμενος εκτροχιασμός των δημόσιων οικονομικών.

Τη μεγάλη ανησυχία του Μαξίμου φανερώνει η απόφαση να μην προχωρήσει σε προσωρινή μείωση των καταναλωτικών φόρων, για να στηριχθεί το λαϊκό εισόδημα και να ελεγχθούν οι πληθωριστικές πιέσεις.

Από την άλλη, η κυβέρνηση έχει ήδη δαπανήσει ή δεσμεύσει δημόσιο χρήμα ύψους 5 δισ. ευρώ για να περιορίσει τις αυξήσεις στον λογαριασμό του ηλεκτρικού, οι οποίες οφείλονται –σε μεγάλο βαθμό– στην επιλογή Μητσοτάκη υπέρ του φυσικού αερίου. Από τη μία, δεν υπάρχουν τα δημοσιονομικά περιθώρια για τη στήριξη του λαϊκού εισοδήματος, από την άλλη δαπανώνται τεράστια ποσά εξαιτίας των επιβαρύνσεων που προκαλεί το φυσικό αέριο. Το χειρότερο είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που δαπανώνται καταλήγει να επιδοτεί την κερδοσκοπία και τη δημιουργία Ελλήνων ολιγαρχών αντί για την κατανάλωση.

Το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας μεγαλώνει με το πέρασμα του χρόνου, παραμένει όμως διαχειρίσιμο εξαιτίας της πολιτικής που ακολουθούν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και η Ευρωζώνη. Η Κριστίν Λαγκάρντ απάντησε στην έκρηξη του πολέμου με τις κατάλληλες κινήσεις για συνέχιση μιας χαλαρής νομισματικής πολιτικής. Το επιτόκιο στο δεκαετές ελληνικό ομόλογο υποχώρησε από το 2,6% στο 2,35%, δείχνοντας την αποτελεσματικότητα της πολιτικής της ΕΚΤ. Παράλληλα, στην Ευρωζώνη γίνονται οι προετοιμασίες για αναστολή της δημοσιονομικής πειθαρχίας και το 2023.

Επομένως, δεν κινδυνεύουμε από μια άμεση αυστηροποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Κινδυνεύουμε όμως από τη διατήρηση του ασφαλιστικού και του δημοσιονομικού ελλείμματος σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα και την επίτευξη νέων ρεκόρ σε ό,τι αφορά το δημόσιο χρέος. Σε κάποια φάση θα έρθει και ο ευρωπαϊκός λογαριασμός, που θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε νέα μέτρα προσαρμογής.

Η νέα φτώχεια

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, 3 εκατομμύρια Έλληνες και Ελληνίδες απειλούνται από τη φτώχεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση.

Πρόκειται για έναν τεράστιο αριθμό για μια χώρα με πληθυσμό 10,5 εκατομμυρίων, όπου συνεχίζεται η φυγή της νεολαίας στο εξωτερικό –το λεγόμενο brain drain–, ενώ καταγράφεται κάθε χρόνο ολοένα μεγαλύτερη μείωση του πληθυσμού.

Με το πέρασμα του χρόνου γινόμαστε λιγότεροι. Οι νέοι φεύγουν, μεγαλώνει η μέση ηλικία με τη βοήθεια της δημογραφικής γήρανσης, ενώ αυξάνεται επικίνδυνα και ο αριθμός των φτωχών.

Η κοινωνική κρίση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και αποτελεί την πέμπτη μεγάλη πληγή της πατρίδας μας, στο ξεκίνημα μιας περιόδου που θα είναι γεμάτη δοκιμασίες. Αυτό σημαίνει ότι οι αντοχές της κοινωνίας μας είναι περιορισμένες, ενώ οι απαιτήσεις από αυτήν συνεχώς αυξάνονται. Τα κοινωνικά προβλήματα στέκονται εμπόδιο στην αναγκαία προσαρμογή και στη δυναμική ανάπτυξη.

Όσο πιο κουρασμένος και γερασμένος είναι ο πληθυσμός, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η επίτευξη των οικονομικών μας στόχων, σε ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό και επικίνδυνο διεθνές περιβάλλον.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι στο Μαξίμου δεν έχουν αντιληφθεί τη δραματική επιδείνωση της κοινωνικής κατάστασης επί κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Ο ένας οικονομικός υπουργός θεωρεί ότι δεν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ακρίβειας, ο άλλος αναζητεί για φορολογικούς λόγους «πλούσιους» στα πρατήρια καυσίμων, ενώ ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναφέρεται συνεχώς σε μειώσεις φόρων περιουσίας και μεταβίβασης για τη λεγόμενη μεσαία τάξη, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια πραγματική κοινωνική κατολίσθηση.

Ο τουρισμός

Κάθε χρόνο επαναλαμβάνεται ο ίδιος οικονομικός κύκλος, με την κυβέρνηση να ανακοινώνει επενδυτικά προγράμματα τα οποία θα μας πάνε στο παραγωγικό μέλλον. Στη συνέχεια περιορίζονται δραστικά οι φιλοδοξίες και καταλήγουμε να ελπίζουμε στον τουρισμό, για να πάρουμε την αναγκαία οικονομική ανάσα. Ο τουρισμός, όμως, πολύ δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε συνθήκες ευρωπαϊκού πολέμου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυβέρνηση της Ρωσίας αφήνει σαφώς να εννοηθεί ότι δεν θα υπάρξουν Ρώσοι τουρίστες αυτό το καλοκαίρι στην Ελλάδα, λόγω της στάσης της χώρας μας, η οποία συμπαρατάχθηκε με την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.

Οι Ρώσοι τουρίστες δεν επηρεάζουν πλέον τον τουρισμό μας, γιατί βρίσκονται μόνο στη γόνιμη φαντασία των παραγόντων του Κρεμλίνου.

Το 2013 είχαμε 1,3 εκατομμύρια Ρώσους τουρίστες στην Ελλάδα, οι οποίοι μειώθηκαν σταδιακά σε μερικές δεκάδες χιλιάδες το 2020 και το 2021.

Η εξαφάνιση των Ρώσων τουριστών έχει σχέση και με την ενσωμάτωση της Κριμαίας το 2014. Η ρωσική κυβέρνηση άρχισε να στέλνει τουρίστες στην Κριμαία για να στηρίξει την οικονομία της, ενώ οι οικονομικές δυσκολίες στη Ρωσία περιόρισαν τον αριθμό των τουριστών με την οικονομική δυνατότητα να επισκεφθούν μεσογειακές χώρες της Ε.Ε. Προστέθηκαν και οι δυσκολίες με την COVID-19, κι έτσι φτάσαμε στη σχεδόν πλήρη εξαφάνιση των Ρώσων τουριστών.

Το πρόβλημα του τουρισμού μας, όμως, είναι γενικότερο. Μια πολεμική αναμέτρηση μεγάλης διάρκειας και στη συνέχεια η κατοχή της Ουκρανίας από ρωσικά στρατεύματα θα δημιουργήσει μία ψυχολογία κρίσης, η οποία θα πλήξει τον ευρωπαϊκό τουρισμό στον οποίο στηριζόμαστε. Επιπλέον, οι οικονομικές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας και οι κυρώσεις με τις οποίες θα απαντήσει η Ρωσία θα επηρεάσουν αρνητικά την αναπτυξιακή δυναμική και το βιοτικό επίπεδο των Ευρωπαίων, με σοβαρές συνέπειες για τον τουρισμό μας.

Στη μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό αντανακλάται η έλλειψη σοβαρής επενδυτικής, αναπτυξιακής στρατηγικής. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος, με τα επενδυτικά σχέδια να ετεροχρονίζονται ή απλά να εξαφανίζονται. Η ηλεκτροκίνηση στις αστικές συγκοινωνίες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης πρώτα περιορίστηκε και μετά αναβλήθηκε για την επόμενη τετραετία. Η πολυδιαφημισμένη επένδυση για παραγωγή ηλεκτρικών αυτοκινήτων φαίνεται ότι πήγε… Βουλγαρία. Οι υποσχέσεις για παραγωγικές επενδύσεις νέου τύπου –όπως στην κατασκευή μπαταριών, προκειμένου να καλυφθούν τα κενά της γρήγορης απολιγνιτοποίησης– μπήκαν και αυτές στο ψυγείο.

Με την αναβλητικότητα και την προχειρότητα που χαρακτηρίζουν τους αρμοδίους, η αναβάθμιση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας μας παραμένει προεκλογική εξαγγελία και όραμα. Έτσι, καταλήγουμε σε μεγαλύτερη εξάρτηση από τον τουριστικό κύκλο της οικονομίας, ο οποίος όμως δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα, ιδιαίτερα σε περίοδο τόσο μεγάλης διεθνούς έντασης.

Η πανδημία

Η έβδομη ανοιχτή πληγή για την οικονομία μας είναι η πανδημία. Μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν «λεπτομέρεια» από την κυβερνητική ηγεσία και τα περισσότερα ΜΜΕ, εξακολουθεί όμως να είναι μαζί μας και να απειλεί την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα.

Το πρώτο δίμηνο του 2022 χάθηκαν 5.000 συμπολίτες μας εξαιτίας της COVID-19, δηλαδή όσοι χάθηκαν ολόκληρο το 2020. Από την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2020, ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση διαφημίζουν το τέλος της κρίσης της πανδημίας, ή το λεγόμενο τελευταίο μίλι, με τη σκληρή πραγματικότητα να τους διαψεύδει.

Ξεκινάμε, λοιπόν, τη δοκιμασία της περιόδου ενός ευρωπαϊκού πολέμου και με την πληγή της πανδημίας να παραμένει ανοιχτή. Η κυβέρνηση, ως συνήθως, κάνει αισιόδοξες προγνώσεις και προχωράει στη χαλάρωση αναποτελεσματικών μέτρων, ο αριθμός όμως των κρουσμάτων και των θανάτων παραμένει σε επικίνδυνα υψηλά επίπεδα επιβεβαιώνοντας ότι η οικονομία μας ξεκινάει τη νέα περίοδο δοκιμασίας πληγωμένη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.