Η εκστρατεία των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών για την αναστολή των περιορισμών της ΕΕ σχετικά με το μεθάνιο αποδίδει καρπούς

Η βιομηχανία ορυκτών καυσίμων και η κυβέρνηση των ΗΠΑ φαίνεται να κερδίζουν έδαφος στην προσπάθειά τους να αναβληθούν οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν σχεδιαστεί για τη μείωση των εκπομπών ενός από τα ισχυρότερα αέρια του θερμοκηπίου. Ήδη τουλάχιστον 12 κράτη-μέλη στηρίζουν τις εκκλήσεις για καθυστέρηση της εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας.

Κατά τη συνάντηση των υπουργών Ενέργειας της ΕΕ στο Λουξεμβούργο την Παρασκευή, ένας συνασπισμός χωρών, μεταξύ των οποίων η Ιταλία, η Σουηδία, η Ολλανδία και η Πολωνία, θα ζητήσει από την ΕΕ να επανεξετάσει και να αναβάλει την εφαρμογή του κανονισμού για το μεθάνιο, ο οποίος υποχρεώνει τις εταιρείες να παρακολουθούν και να αναφέρουν τις εκπομπές μεθανίου.

Σύμφωνα με επιστολή που περιήλθε στην κατοχή του Politico, οι χώρες αυτές υιοθετούν τους ισχυρισμούς εταιρειών ορυκτών καυσίμων και της κυβέρνησης Τραμπ ότι οι συγκεκριμένοι κανόνες θα θέσουν σε κίνδυνο τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η πίεση από τις εθνικές κυβερνήσεις σηματοδοτεί κλιμάκωση της εκστρατείας και θα δοκιμάσει την αποφασιστικότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του εκτελεστικού οργάνου της ΕΕ, η οποία έχει υπερασπιστεί τον κανονισμό για το μεθάνιο προτείνοντας προσωρινές λύσεις εφαρμογής — μια στρατηγική που, όπως υποστηρίζουν ολοένα και περισσότερα κράτη-μέλη, δεν επαρκεί.

Στόχος της πρωτοβουλίας της Παρασκευής είναι να υποχρεωθεί η Επιτροπή “να τοποθετηθεί επίσημα”, δήλωσε διπλωμάτης της ΕΕ από μία από τις χώρες που υπέγραψαν την επιστολή, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για πολιτικές διαπραγματεύσεις υψηλού επιπέδου και την εξεύρεση λύσης.

Η διαφωνία

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται μια διάταξη που θα απαιτεί από τις εταιρείες, από τον Ιανουάριο, να παρακολουθούν, να καταγράφουν και να επαληθεύουν τις εκπομπές μεθανίου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτή η παρακολούθηση αποτελεί βασικό βήμα για τη μελλοντική μείωση των εκπομπών του αερίου, καθώς κάθε χρόνο χάνονται τεράστιες ποσότητες μεθανίου είτε λόγω διαρροών είτε εξαιτίας σπάταλων πρακτικών, όπως η σκόπιμη απελευθέρωσή του στην ατμόσφαιρα κατά τη διαδικασία παραγωγής και εξόρυξης.

Οι επικριτές, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι οι απαιτήσεις αυτές είναι προς το παρόν ανεφάρμοστες και ότι οι εταιρείες κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός συμμόρφωσης εάν οι κανόνες δεν τροποποιηθούν. Επικαλούνται μελέτη, που χρηματοδοτήθηκε από τη βιομηχανία και εκπονήθηκε από τη συμβουλευτική εταιρεία Wood Mackenzie, σύμφωνα με την οποία οι απαραίτητες υποδομές για τη συμμόρφωση με τον κανονισμό δεν υπάρχουν ακόμη.

Η μελέτη προσθέτει ότι, εάν οι κανόνες τεθούν σε ισχύ όπως έχουν, οι εταιρείες ενδέχεται να αποφεύγουν την ευρωπαϊκή αγορά για να περιορίσουν τον νομικό τους κίνδυνο, γεγονός που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο έως και το 87% των εισαγωγών πετρελαίου και το 43% των εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ.

Ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην ΕΕ, Άντριου Πάζντερ, επανέλαβε αυτό το επιχείρημα σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X την Πέμπτη, υποστηρίζοντας ότι, εάν οι κανόνες δεν επικαιροποιηθούν, “ενδέχεται να αναγκάσουν τους προμηθευτές να κατευθύνουν την ενέργεια προς αγορές που επιβραβεύουν την αξιοπιστία και δεν δημιουργούν περιττά κανονιστικά βάρη”.

Ως εκ τούτου, η βιομηχανία έχει καλέσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επανεξετάσει τον κανονισμό και να παρατείνει το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής του — το ίδιο ακριβώς αίτημα που πλέον υποστηρίζεται και από τα κράτη-μέλη.

Όχι τόσο γρήγορα…

Ωστόσο, καθώς ενισχύεται η δυναμική υπέρ της αλλαγής των κανόνων, άλλοι έχουν ταχθεί αποφασιστικά υπέρ της διατήρησής τους.

Μια αντίπαλη έκθεση της νορβηγικής συμβουλευτικής εταιρείας Rystad Energy, η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό της περιβαλλοντικής ΜΚΟ Environmental Defense Fund (EDF), υποστηρίζει ότι μέχρι να τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός, θα είναι διαθέσιμες ποσότητες προμηθειών που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του και αντιστοιχούν σε τριπλάσιο όγκο από τις σημερινές εισαγωγές της ΕΕ. Η εταιρεία προσθέτει ότι οι αγορές δεν προεξοφλούν σοβαρές διαταραχές στον ενεργειακό εφοδιασμό εξαιτίας του κανονισμού, αν και αργότερα αναγνώρισε ορισμένες ανησυχίες που έχει εκφράσει η βιομηχανία.

Άλλοι υποστηρίζουν ότι η λύση δεν είναι η αναβολή των κανόνων, αλλά η επιτάχυνση της εφαρμογής τους σε επίπεδο κρατών-μελών, δεδομένου ότι μόνο η Δανία και λίγες ακόμη χώρες έχουν θεσπίσει καθεστώτα κυρώσεων για την επιβολή τους — γεγονός που αποτελεί βασική αιτία της σημερινής ασάφειας και του κατακερματισμού.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και ορισμένοι παραγωγοί θεωρούν πως η επανεξέταση του κανονισμού θα ήταν λανθασμένη επιλογή, καθώς η νομοθετική διαδικασία της ΕΕ είναι αργή και πολιτικά ευαίσθητη. Σε συνέντευξή του στο Politico, ο Όλαβ Άαμλιντ Σίβερσεν, αντιπρόεδρος δημοσίων υποθέσεων της νορβηγικής πετρελαϊκής εταιρείας Equinor, δήλωσε ότι θα ήταν αδύνατο να τροποποιηθεί το χρονοδιάγραμμα πριν από την προθεσμία του Ιανουαρίου.

“Η επανέναρξη της νομοθετικής διαδικασίας δεν αποτελεί ρεαλιστική λύση”, ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ακόμη και η διεθνής ένωση της βιομηχανίας πετρελαίου και φυσικού αερίου IOGP έχει αναγνωρίσει ότι ο διαθέσιμος χρόνος στενεύει και εξετάζει νομικά προηγούμενα που θα μπορούσαν να επιτρέψουν την ταχεία τροποποίηση του κανονισμού.

Οι αξιωματούχοι της ΕΕ αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν βάσιμα επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές της συζήτησης — γεγονός που δημιουργεί το δικό του δίλημμα.

Δύο Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, οι οποίοι μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας, δήλωσαν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τις δυσοίωνες προβλέψεις της έκθεσης της Wood Mackenzie περί σοβαρών διαταραχών στον ενεργειακό εφοδιασμό. Ένας από αυτούς πρόσθεσε ότι το κόστος συμμόρφωσης για τις εταιρείες είναι “αμελητέο”.

Δημόσια, ο επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ, Νταν Γιόργκενσεν, έχει απορρίψει κατηγορηματικά τις εκκλήσεις για επανεξέταση της νομοθεσίας.

“Όχι, όχι, δεν πρόκειται να την ανοίξω ξανά”, δήλωσε. “Δεν θα υπάρξει καμία επανεξέταση. Μπορώ να το πω με απόλυτη βεβαιότητα”, συμπλήρωσε,

Ωστόσο, αναγνώρισε επίσης την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες της βιομηχανίας σχετικά με την εφαρμογή των νέων κανόνων, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Επιτροπή εξετάζει μια αμφιλεγόμενη, “πραγματιστική” προσέγγιση. Σύμφωνα με διαρρεύσαντα σχέδια κατευθυντήριων γραμμών της ΕΕ, το εκτελεστικό όργανο ενδέχεται να χορηγήσει τριετή εξαίρεση από ορισμένες απαιτήσεις του κανονισμού.

Η προοπτική αυτή, πάντως, δεν φαίνεται να ικανοποιεί ούτε τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων ούτε τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες υποστηρίζουν ότι θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη νομική ασάφεια.

Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ωστόσο, αυτή η λύση θεωρείται προτιμότερη από την έναρξη μιας δύσκολης και χρονοβόρας νομοθετικής διαδικασίας, η οποία θα μπορούσε να διαρκέσει μήνες ή ακόμη και χρόνια, δημιουργώντας παράλληλα σημαντική νομική αβεβαιότητα.