Διπλό φιάσκο στο υπουργείο Μενδώνη: Η Space Hellas, η Ακρόπολη και οι διαγωνισμοί που ακύρωσε η ΕΑΔΗΣΥ

ΟΔΑΠ: Το διπλό ναυάγιο των διαγωνισμών, η Space Hellas και η υπόθεση της Ακρόπολης

Δύο σημαντικοί διαγωνισμοί του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ), που εποπτεύεται από το υπουργείο Πολιτισμού, ακυρώθηκαν από την Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ), προκαλώντας νέα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εμπορική αξιοποίηση των αρχαιολογικών χώρων και των μουσείων.

Διονύσης Τζουγανάτος

Η μία υπόθεση αφορά την εκμετάλλευση 27 πωλητηρίων σε εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, με την κοινοπραξία Space Hellas – Radiant Technologies να έχει αναδειχθεί ανάδοχος. Η δεύτερη αφορά τη διαχείριση των χώρων υγιεινής, των θυρίδων προσωρινής φύλαξης (lockers) και συναφών υπηρεσιών στην Ακρόπολη και σε άλλους αρχαιολογικούς χώρους της Αθήνας, με ανάδοχο την Public Shine Facility Management.

Η ακύρωση των δύο διαδικασιών δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη διοικητική εμπλοκή. Αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα: εάν ο ΟΔΑΠ επέλεξε το κατάλληλο νομικό πλαίσιο για την ανάθεση δραστηριοτήτων που συνδέονται με τη λειτουργία και την εμπορική αξιοποίηση δημόσιων πολιτιστικών υποδομών.

Και το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σημαντικό όταν εξετάζονται οι οικονομικοί όροι, η συμμετοχή των υποψηφίων και η διάρκεια των συμφωνιών.

Η υπόθεση των 27 πωλητηρίων και η Space Hellas

Η πρώτη σύμβαση αφορούσε 27 πωλητήρια σε σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία της χώρας, μεταξύ των οποίων η Ακρόπολη, οι Δελφοί, η Κνωσός και η Ολυμπία.

Η ανάθεση έγινε στην κοινοπραξία Space Hellas – Radiant Technologies, έναντι συνολικού μηνιαίου μισθώματος 50.600 ευρώ και ποσοστού 2% επί των πωλήσεων, με διάρκεια έξι ετών και δυνατότητα παράτασης για ακόμη έξι.

Με απλή αριθμητική, το μηνιαίο τίμημα αντιστοιχεί σε περίπου 1.874 ευρώ ανά πωλητήριο, χωρίς να υπολογίζεται το ποσοστό επί των πωλήσεων.

Η συμφωνία προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς αρκετά από τα πωλητήρια είχαν ανακαινιστεί με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Επομένως, προέκυψαν ερωτήματα για το κατά πόσο το οικονομικό αντάλλαγμα αντανακλούσε την εμπορική δυναμική των συγκεκριμένων σημείων και εάν η ενιαία ανάθεση σε έναν ανάδοχο εξασφάλιζε επαρκή ανταγωνισμό.

Στο επιχειρηματικό σκέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εταιρεία Ελληνικά Αναμνηστικά Α.Ε., η οποία συνδέεται με το εγχείρημα της αξιοποίησης των πωλητηρίων και με τον όμιλο Space Hellas. Η υπόθεση έχει φέρει στο προσκήνιο τον επιχειρηματία Σπύρο Μανωλόπουλο, καθώς και τη σχέση της Space Hellas με τη Singular Logic.

Ωστόσο, χρειάζεται να διαχωρίζεται η εταιρική και επιχειρηματική σύνδεση από το ερώτημα της νομιμότητας της διαγωνιστικής διαδικασίας. Η συμμετοχή μιας εταιρείας σε έναν διαγωνισμό δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη παρατυπίας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι όροι της προκήρυξης εξασφάλιζαν πραγματικό ανταγωνισμό και εάν το θεσμικό πλαίσιο που επιλέχθηκε ήταν το σωστό.

Η Public Shine και οι τουαλέτες της Ακρόπολης

Η δεύτερη υπόθεση αφορά μια υπηρεσία που αγγίζει άμεσα εκατομμύρια επισκέπτες: τη χρήση των χώρων υγιεινής και των lockers στην Ακρόπολη και σε άλλους αρχαιολογικούς χώρους της Αθήνας.

Ο διαγωνισμός προέβλεπε την αξιοποίηση χώρων υγιεινής και θυρίδων φύλαξης, καθώς και την εγκατάσταση συστημάτων ελέγχου εισόδου, με υποχρεώσεις καθαρισμού, συντήρησης και λειτουργίας.

Ανάδοχος αναδείχθηκε η Public Shine Facility Management Α.Ε., εταιρεία που, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, συστάθηκε τον Νοέμβριο του 2025.

Το οικονομικό αντάλλαγμα που προβλεπόταν ήταν ελάχιστο εγγυημένο μηνιαίο μίσθωμα 2.258 ευρώ, πλέον ποσοστού 2% επί των εσόδων. Η διάρκεια της συμφωνίας ήταν έξι έτη, με δυνατότητα παράτασης για ακόμη έξι.

Η νεοσύστατη εταιρεία και το ύψος του μισθώματος δημιούργησαν εύλογα ερωτήματα. Πώς αξιολογήθηκε η επιχειρησιακή της δυνατότητα να αναλάβει μια τόσο απαιτητική δραστηριότητα; Πώς υπολογίστηκε το οικονομικό αντάλλαγμα για υπηρεσίες σε έναν αρχαιολογικό χώρο με τόσο μεγάλη επισκεψιμότητα; Και με ποια μελέτη τεκμηριώθηκε η επιλογή της συγκεκριμένης διαδικασίας;

Εδώ χρειάζεται μία σημαντική διευκρίνιση: η μικρή ηλικία μιας εταιρείας δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις συμμετοχής. Ούτε το γεγονός ότι προσέφερε το ελάχιστο προβλεπόμενο μίσθωμα αποδεικνύει αυτομάτως ότι η ανάθεση ήταν προβληματική.

Αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν η προκήρυξη και οι όροι της επέτρεπαν επαρκή ανταγωνισμό και εάν το τίμημα ανταποκρινόταν στην οικονομική αξία της δραστηριότητας.

Γιατί ακυρώθηκαν οι δύο διαγωνισμοί

Το σημαντικότερο στοιχείο των αποφάσεων της ΕΑΔΗΣΥ δεν είναι οι πολιτικές αντιδράσεις που ακολούθησαν, αλλά η νομική αιτιολογία τους.

Ο ΟΔΑΠ είχε επιλέξει να προκηρύξει τις δύο διαδικασίες ως δημόσιους πλειοδοτικούς διαγωνισμούς εκμίσθωσης, εφαρμόζοντας το Προεδρικό Διάταγμα 715/1979.

Οι εταιρείες που προσέφυγαν στην ΕΑΔΗΣΥ υποστήριξαν ότι οι συμφωνίες δεν αποτελούσαν απλές μισθώσεις ακινήτων. Αντίθετα, αφορούσαν την οργανωμένη παροχή και διαχείριση υπηρεσιών, άρα έπρεπε να αντιμετωπιστούν ως συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών, με εφαρμογή του Ν. 4413/2016 και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών κανόνων.

Η διάκριση δεν είναι τυπική. Καθορίζει το είδος της διαδικασίας, τις υποχρεώσεις δημοσιότητας, τις προϋποθέσεις συμμετοχής και τον τρόπο με τον οποίο διασφαλίζεται ο ανταγωνισμός.

Στην περίπτωση των 27 πωλητηρίων, η ΕΑΔΗΣΥ έκρινε ότι η εκτιμώμενη αξία της σύμβασης υπερέβαινε το σχετικό ενωσιακό κατώφλι και ότι έπρεπε να ακολουθηθεί διαδικασία με ευρωπαϊκή δημοσιότητα.

Αντίστοιχα, η υπόθεση των χώρων υγιεινής και των lockers κρίθηκε υπό το πρίσμα του κατάλληλου νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης και των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτόν.

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν ήταν απλώς εάν οι προσφορές ήταν οικονομικά συμφέρουσες. Ήταν εάν ο ΟΔΑΠ είχε επιλέξει εξαρχής τη σωστή διαδικασία για να αναθέσει τις συγκεκριμένες δραστηριότητες.

Η απάντηση του ΟΔΑΠ: «Αμιγώς νομικό ζήτημα»

Ο ΟΔΑΠ, από την πλευρά του, απάντησε στις αντιδράσεις υποστηρίζοντας ότι οι διαγωνισμοί πραγματοποιήθηκαν με πλήρη διαφάνεια και ότι η διαφωνία αφορά αποκλειστικά το νομικό πλαίσιο.

Σύμφωνα με την ανακοίνωσή του, ο οργανισμός προχώρησε σε δύο ανοικτούς δημόσιους πλειοδοτικούς διαγωνισμούς, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του που προβλέπονται από τον Ν. 4761/2020.

Επιμένει ότι οι διαδικασίες ήταν νόμιμες και νομότυπες και ότι οι προσφυγές αφορούσαν το εάν έπρεπε να εφαρμοστεί το Π.Δ. 715/1979 ή ο Ν. 4413/2016.

Ο οργανισμός υποστηρίζει επίσης ότι οι αποφάσεις της ΕΑΔΗΣΥ αφορούν το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα και δεν συνιστούν διαπίστωση ότι υπήρξαν φωτογραφικοί όροι ή πολιτικές παρεμβάσεις.

Αυτή η θέση πρέπει να ληφθεί υπόψη. Είναι όμως εξίσου σαφές ότι η ακύρωση δύο διαγωνισμών από την αρμόδια Αρχή δημιουργεί θεσμικό ζήτημα για τον τρόπο με τον οποίο ο ΟΔΑΠ σχεδίασε και υλοποίησε τις συγκεκριμένες διαδικασίες.

Η διοίκηση ενός δημόσιου οργανισμού δεν κρίνεται μόνο από το εάν θεωρεί ότι ενήργησε καλόπιστα. Κρίνεται και από το εάν οι επιλογές της αντέχουν στον έλεγχο των αρμόδιων ανεξάρτητων αρχών.

Το ερώτημα της πολιτικής ευθύνης και οι καταγγελίες

Η υπόθεση έχει ήδη προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις και αιτήματα για εξηγήσεις προς την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη.

Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων υποστηρίζει ότι οι όροι των διαγωνισμών περιείχαν ρυθμίσεις που περιόριζαν τον ανταγωνισμό και ότι η επιλογή του συγκεκριμένου νομικού πλαισίου είχε ως αποτέλεσμα να μην εφαρμοστούν οι αυξημένες υποχρεώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται για τις συμβάσεις παραχώρησης.

Επισημαίνει ακόμη ότι στον διαγωνισμό των πωλητηρίων κατατέθηκε μία μόνο προσφορά και ζητά να διερευνηθούν οι όροι με τους οποίους διαμορφώθηκαν οι προκηρύξεις.

Οι αναφορές αυτές συνιστούν σοβαρές καταγγελίες και θέτουν ζητήματα που απαιτούν απαντήσεις. Δεν ισοδυναμούν, ωστόσο, με απόδειξη ότι υπήρξε πολιτική εντολή για την επιλογή συγκεκριμένης εταιρείας ή ότι υπήρξε διαφθορά.

Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με ασφάλεια είναι ότι η ακύρωση των διαγωνισμών δημιουργεί ερωτήματα για τη διοικητική ευθύνη του ΟΔΑΠ και την εποπτεία του υπουργείου Πολιτισμού.

Η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στο εάν η υπουργός υπέγραψε ή όχι τις συγκεκριμένες συμβάσεις. Αφορά και το εάν η εποπτευόμενη διοίκηση σχεδίασε σωστά τις διαδικασίες, εάν υπήρχε επαρκής έλεγχος και εάν οι επιλογές της εξυπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον.

Τι πρέπει να απαντηθεί τώρα

Μετά τις αποφάσεις της ΕΑΔΗΣΥ, η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στο ποιος δικαιώθηκε στη νομική αντιπαράθεση.

Υπάρχουν συγκεκριμένα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν:

  • Ποια μελέτη τεκμηρίωσε το ύψος των μισθωμάτων για τα 27 πωλητήρια και τις υπηρεσίες στην Ακρόπολη;
  • Γιατί επιλέχθηκε η ενιαία ανάθεση των 27 πωλητηρίων και όχι μια διαδικασία που θα επέτρεπε μεγαλύτερη συμμετοχή διαφορετικών επιχειρήσεων;
  • Πώς διαμορφώθηκαν οι όροι συμμετοχής και γιατί κατατέθηκε μόνο μία προσφορά στον διαγωνισμό των πωλητηρίων;
  • Ποια κριτήρια χρησιμοποιήθηκαν για να αξιολογηθεί η επιχειρησιακή επάρκεια της Public Shine;
  • Ποιος εισηγήθηκε την εφαρμογή του Π.Δ. 715/1979 αντί του πλαισίου για τις συμβάσεις παραχώρησης;
  • Θα εξεταστούν και παλαιότερες συμβάσεις που έχουν συναφθεί με ανάλογο νομικό πλαίσιο;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα καθορίσουν εάν πρόκειται για μια σοβαρή αστοχία στον σχεδιασμό των διαγωνισμών ή για ένα ευρύτερο πρόβλημα στον τρόπο διαχείρισης των πολιτιστικών πόρων.

Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι μια συνηθισμένη εμπορική δραστηριότητα

Η εμπορική αξιοποίηση των πωλητηρίων, των χώρων υγιεινής και των λοιπών υπηρεσιών στους αρχαιολογικούς χώρους δεν είναι κατ’ ανάγκη προβληματική. Μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση των υπηρεσιών προς τους επισκέπτες, στην καλύτερη συντήρηση των υποδομών και στην αύξηση των εσόδων του δημόσιου φορέα.

Αυτό, όμως, προϋποθέτει διαφανείς διαδικασίες, ουσιαστικό ανταγωνισμό, τεκμηριωμένα οικονομικά ανταλλάγματα και σαφείς όρους προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Όταν πωλητήρια που ανακαινίστηκαν με δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους παραχωρούνται για πολυετή εκμετάλλευση, το Δημόσιο οφείλει να αποδεικνύει ότι εξασφαλίζει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για το κοινωνικό σύνολο.

Το ίδιο ισχύει ακόμη περισσότερο για την Ακρόπολη, έναν χώρο με τεράστια επισκεψιμότητα και διεθνή συμβολική αξία.

Το διπλό ναυάγιο των διαγωνισμών του ΟΔΑΠ δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι υπήρξε διαπλοκή ή πολιτική παρέμβαση. Αποδεικνύει, όμως, ότι δύο διαδικασίες δεν άντεξαν στον έλεγχο της αρμόδιας Αρχής και πρέπει να επανασχεδιαστούν.

Και αυτό είναι ήδη αρκετά σοβαρό.

Γιατί όταν το Δημόσιο διαχειρίζεται την πολιτιστική κληρονομιά, δεν αρκεί να επιλέγει έναν ανάδοχο. Πρέπει να μπορεί να εξηγήσε

AI takeaways

  • Η ΕΑΔΗΣΥ ακύρωσε δύο διαγωνισμούς του ΟΔΑΠ που αφορούσαν 27 πωλητήρια και τη διαχείριση χώρων υγιεινής και lockers.
  • Η κοινοπραξία Space Hellas – Radiant Technologies είχε αναδειχθεί ανάδοχος για τα 27 πωλητήρια.
  • Η Public Shine Facility Management είχε αναδειχθεί ανάδοχος για τις υπηρεσίες υγιεινής και lockers στην Ακρόπολη και σε άλλους χώρους.
  • Ο ΟΔΑΠ προκήρυξε τους διαγωνισμούς ως εκμισθώσεις με βάση το Π.Δ. 715/1979.
  • Οι προσφυγές υποστήριξαν ότι επρόκειτο για συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών, που υπάγονται στον Ν. 4413/2016.
  • Ο ΟΔΑΠ υποστηρίζει ότι η διαφωνία αφορά αποκλειστικά τον νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων και υπερασπίζεται τη νομιμότητα των διαδικασιών.
  • Η ακύρωση δημιουργεί ερωτήματα για τον ανταγωνισμό, τη διαφάνεια, την οικονομική αποτίμηση των παραχωρήσεων και την εποπτεία του υπουργείου Πολιτισμού.

Πηγές

  1. Athens Voice – Η ανακοίνωση του ΟΔΑΠ και η θέση του οργανισμού για τους διαγωνισμούς.
  2. Το Βήμα – Το ρεπορτάζ για την ακύρωση των δύο διαγωνισμών και τους όρους της σύμβασης των πωλητηρίων.
  3. Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων – Οι αποφάσεις της ΕΑΔΗΣΥ και οι ενστάσεις για το θεσμικό πλαίσιο.
  4. News247 – Οι διαφορετικές θέσεις ΟΔΑΠ και Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.
  5. Το Βήμα – Οι πολιτικές αντιδράσεις και τα ερωτήματα για την οικονομική αποτίμηση των πωλητηρίων.
  6. Εφημερίδα των Συντακτών – Το ρεπορτάζ για τις δύο ακυρωμένες συμβάσεις.