
AI takeaways
- Ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα υποχώρησε στο 0,9% τον Αύγουστο 2026.
- Το Brent επέστρεψε πάνω από τα 100 δολάρια εν μέσω νέας έντασης στη Μέση Ανατολή.
- Το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο παραμένει σε υψηλά επίπεδα, περίπου στα €70–74/MWh.
- Η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι το ενεργειακό σοκ μπορεί να προκαλέσει νέο και πιο επίμονο πληθωριστικό κύμα.
- Η μειωμένη παραγωγή πρόβειου γάλακτος πιέζει ήδη την τιμή της φέτας.
- Η επόμενη φάση της ακρίβειας μπορεί να είναι άνιση, με πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων.
Ακρίβεια στα τρόφιμα – Το ενεργειακό σοκ επιστρέφει στα ράφια
Μετά από ένα σχετικά ήρεμο καλοκαίρι στις τιμές των τροφίμων, τα σύννεφα της ακρίβειας αρχίζουν να πυκνώνουν ξανά πάνω από την ευρωπαϊκή και την ελληνική αγορά.

Η εικόνα των τελευταίων μηνών ήταν παραπλανητικά ήπια. Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα στην Ελλάδα υποχώρησε σημαντικά μέσα στο καλοκαίρι, την ώρα όμως που οι πιέσεις σε ενέργεια, μεταφορές και πρώτες ύλες άρχισαν να επανέρχονται.
Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι οι τιμές στην κατηγορία «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» αυξήθηκαν κατά 2,7% τον Ιούνιο, μόλις 0,4% τον Ιούλιο και 0,9% τον Αύγουστο σε ετήσια βάση. Την ίδια περίοδο, ο γενικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 4,4%, 3,4% και 3,8%, αντίστοιχα.
Με άλλα λόγια, το καλοκαίρι έδωσε μια ανάσα στις τιμές των τροφίμων. Το ερώτημα είναι αν αυτή η αποκλιμάκωση μπορεί να συνεχιστεί όταν το ενεργειακό κόστος και οι διεθνείς εφοδιαστικές πιέσεις επιστρέφουν στο προσκήνιο.
Το ενεργειακό σοκ επιστρέφει
Η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας βρίσκεται πλέον στην ενέργεια.
Στις 28 Σεπτεμβρίου, οι αγορές πετρελαίου αντέδρασαν εκ νέου ανοδικά μετά την εμπλοκή στις συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν. Σύμφωνα με το Reuters, το Brent σημείωσε άνοδο περίπου 4%, φτάνοντας στα 108 δολάρια το βαρέλι, καθώς η αγορά ανησυχεί ξανά για την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για τα τρόφιμα.
Το πετρέλαιο δεν επηρεάζει μόνο την τιμή στην αντλία. Επηρεάζει το κόστος μεταφοράς των προϊόντων, τη λειτουργία των φορτηγών και των πλοίων, τις αγροτικές εργασίες, τις συσκευασίες και ένα μεγάλο μέρος του συνολικού κόστους της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Παράλληλα, το φυσικό αέριο παραμένει σε υψηλά επίπεδα για την εποχή, ενώ η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο για τα τρόφιμα: η ενεργειακή κρίση δεν χρειάζεται να οδηγήσει άμεσα σε άνοδο των τιμών στο ράφι για να δημιουργήσει πρόβλημα. Αρκεί να αυξήσει σταδιακά το κόστος παραγωγής και διανομής.
Η ΕΚΤ βλέπει δεύτερο κύμα πληθωρισμού
Η εξέλιξη αυτή δεν περνά απαρατήρητη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, προειδοποίησε ότι το νέο ενεργειακό σοκ μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από ό,τι αναμενόταν, οδηγώντας σε υψηλότερο και πιο επίμονο πληθωρισμό.
Σε δηλώσεις του στη γαλλική εφημερίδα Le Temps, τις οποίες μετέδωσε το Reuters, ο Λέιν ανέφερε ότι το δεύτερο κύμα αυξήσεων στις τιμές ενέργειας αναμένεται να οδηγήσει σε υψηλότερο και πιο επίμονο πληθωρισμό, πριν αρχίσει να αποκλιμακώνεται προς τον στόχο της ΕΚΤ από τα μέσα του 2027.
Η προειδοποίηση έχει ιδιαίτερη σημασία για τα τρόφιμα, καθώς η ενέργεια αποτελεί βασικό συντελεστή όχι μόνο στη βιομηχανική παραγωγή αλλά και στη μεταφορά, την αποθήκευση και τη διανομή.
Έτσι, η μετάδοση της ενεργειακής ακρίβειας στα τρόφιμα μπορεί να γίνει με καθυστέρηση μερικών μηνών.
Μαύρη Θάλασσα – Νέα πίεση στα σιτηρά
Στο μέτωπο των τροφίμων, ένας δεύτερος κίνδυνος προέρχεται από τη Μαύρη Θάλασσα.
Οι επιθέσεις με drones έχουν πλήξει υποδομές που συνδέονται με τις εξαγωγές σιτηρών, ενώ η πολεμική δραστηριότητα αυξάνει το κόστος και το ρίσκο των μεταφορών.
Το Reuters μεταδίδει ότι οι ρωσικές εξαγωγές σιτηρών αντιμετωπίζουν σημαντικές διαταραχές, με τους εξαγωγείς να αναζητούν πλέον εναλλακτικές διαδρομές μέσω λιμανιών της Βαλτικής και της Αρκτικής.
Η σημασία για την Ευρώπη είναι ευρύτερη από το ίδιο το σιτάρι.
Σιτηρά, καλαμπόκι, φυτικά έλαια και ζωοτροφές αποτελούν βασικούς κρίκους μιας αλυσίδας που φτάνει μέχρι το ψωμί, τα γαλακτοκομικά, το κρέας και τα επεξεργασμένα τρόφιμα.
Αν το κόστος των πρώτων υλών αυξηθεί και ταυτόχρονα αυξηθεί το κόστος μεταφοράς, το περιθώριο απορρόφησης των ανατιμήσεων από παραγωγούς, βιομηχανίες και λιανεμπόριο περιορίζεται.
Η ελληνική αγορά έχει ήδη τις δικές της εστίες ακρίβειας
Η Ελλάδα, επομένως, δεν αντιμετωπίζει μόνο την εισαγόμενη ενεργειακή ακρίβεια.
Υπάρχουν και εγχώριες πιέσεις που μπορούν να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά.
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτή τη στιγμή είναι η φέτα.
Η παραγωγή πρόβειου γάλακτος μειώθηκε κατά 7,4% στο πρώτο επτάμηνο του 2026, ενώ η τιμή παραγωγού τον Ιούλιο έφτασε στα 1,5703 ευρώ το κιλό, έναντι 1,3874 ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα – αύξηση περίπου 13,2%.
Τα στοιχεία παρουσιάζει αναλυτικά το Βήμα, επισημαίνοντας ότι η μειωμένη διαθεσιμότητα πρόβειου γάλακτος συναντά την αυξημένη διεθνή ζήτηση για ελληνική φέτα.
Η πίεση στην πρώτη ύλη συνδέεται και με τη συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας, έχουν χαθεί περίπου 500.000 έως 600.000 ζώα, γεγονός που καθιστά δύσκολη την άμεση αποκατάσταση της παραγωγής.
Η περίπτωση της φέτας δείχνει και κάτι ακόμη: η επόμενη φάση της ακρίβειας δεν θα είναι απαραίτητα ενιαία.
Κάποια προϊόντα μπορεί να παραμείνουν σταθερά, ενώ άλλα –λόγω έλλειψης πρώτων υλών, κλιματικών συνθηκών, ζωονόσων ή αυξημένης ζήτησης– μπορεί να καταγράψουν πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις.
Έως 2 ευρώ ακριβότερη η φέτα
Οι προειδοποιήσεις για τη φέτα έχουν ήδη γίνει πιο συγκεκριμένες.
Ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας, Μιχάλης Σαράντης, δήλωσε στο ERTnews ότι η λιανική τιμή μπορεί να αυξηθεί έως και 2 ευρώ το κιλό μέσα στους επόμενους δύο μήνες.
Όπως εξήγησε, η παραγωγή πρόβειου γάλακτος μπορεί να υποχωρήσει από περίπου 140.000 τόνους ετησίως κοντά στους 120.000 τόνους, ενώ οι αυξημένες εξαγωγές περιορίζουν ακόμη περισσότερο τις διαθέσιμες ποσότητες για την ελληνική αγορά.
Η εκτίμηση για την τιμή της φέτας είναι βεβαίως πρόβλεψη της αγοράς και όχι δεδομένη μελλοντική τιμή. Ωστόσο, αποτυπώνει το μέγεθος της πίεσης που δημιουργεί η έλλειψη της βασικής πρώτης ύλης.
Τα μέτρα στα σούπερ μάρκετ και τα όριά τους
Η κυβέρνηση επιχειρεί παράλληλα να περιορίσει τις πιέσεις στην αγορά.
Το Υπουργείο Ανάπτυξης έχει προχωρήσει στην Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών, με στόχο τη συγκράτηση των τιμών σε βασικά προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης.
Παράλληλα, το υπουργείο έχει θεσπίσει μηχανισμούς παρακολούθησης και ελέγχου των ανατιμήσεων, με τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ να υποχρεούνται να γνωστοποιούν αυξήσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων.
Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιορίσουν ή να καθυστερήσουν τη μετακύλιση του κόστους στον καταναλωτή.
Δεν μπορούν όμως να εξουδετερώσουν μια διεθνή άνοδο του κόστους πετρελαίου, φυσικού αερίου, ναύλων ή πρώτων υλών επ’ αόριστον.
Και αυτό είναι το βασικό πρόβλημα που εμφανίζεται μπροστά στην αγορά.
Το κρίσιμο στοίχημα του φθινοπώρου
Η μεγάλη εικόνα είναι επομένως διαφορετική από εκείνη που δημιουργούσαν τα στοιχεία του καλοκαιριού.
Ο πληθωρισμός των τροφίμων πράγματι επιβραδύνθηκε σημαντικά. Τον Αύγουστο μάλιστα περιορίστηκε μόλις στο 0,9%, όταν ο γενικός πληθωρισμός έφτασε το 3,8%, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.
Όμως την ίδια στιγμή, η ενέργεια βρίσκεται ξανά σε καθεστώς έντονης μεταβλητότητας, το πετρέλαιο έχει επιστρέψει πάνω από τα 100 δολάρια και οι διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες παραμένουν εκτεθειμένες σε γεωπολιτικούς κινδύνους.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει νέα πληθωριστική πίεση.
Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα και σε ποιο βαθμό θα περάσει από την ενέργεια και τις πρώτες ύλες στην παραγωγή, στη μεταφορά και τελικά στο ράφι.
Για τους καταναλωτές, το φθινόπωρο μπορεί να αποδειχθεί το σημείο στο οποίο η καλοκαιρινή αποκλιμάκωση των τροφίμων θα αρχίσει να δίνει τη θέση της σε μια νέα περίοδο αυξήσεων.
Και αυτή τη φορά, η πίεση δεν έρχεται από μία μόνο αγορά.
Έρχεται ταυτόχρονα από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τις μεταφορές, τα σιτηρά και –σε ορισμένα ελληνικά προϊόντα– από την ίδια την έλλειψη πρώτων υλών.