Το «δόγμα της Κότας» τελείωσε – Η Ελλάδα αλλάζει τη σχέση αποτροπής με την Τουρκία

Η «φινλανδοποίηση» της Ελλάδας απέτυχε – Πώς η αποτροπή και οι συμμαχίες αλλάζουν τα δεδομένα με την Τουρκία

Διονύσης Τζουγανάτος

Η Ελλάδα έχει τα τελευταία χρόνια μετακινηθεί από μια πολιτική που συχνά έδινε προτεραιότητα στην αποφυγή της έντασης προς μια στρατηγική που συνδυάζει ενίσχυση της άμυνας, διεύρυνση των συμμαχιών και ενεργότερη άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές έχουν λυθεί. Σημαίνει όμως ότι ο υπολογισμός του κόστους μιας κρίσης έχει γίνει διαφορετικός.

Η ίδια η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει σήμερα ότι η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων και η ανάπτυξη στρατηγικών σχέσεων με τη Γαλλία, τις ΗΠΑ, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και άλλες χώρες έχουν αυξήσει το διπλωματικό και αμυντικό βάρος της Ελλάδας. Παράλληλα, το υπουργείο Εξωτερικών επαναλαμβάνει ότι η Αθήνα ασκεί ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και ότι οι αποφάσεις της δεν καθορίζονται από τρίτες χώρες.

Το casus belli παραμένει στο τραπέζι

Ένα από τα βασικά σημεία της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης παραμένει η τουρκική απειλή πολέμου σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν των έξι ναυτικών μιλίων στο Αιγαίο.

Η σχετική απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης ελήφθη τον Ιούνιο του 1995. Η ελληνική θέση είναι ότι η επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα που απορρέει από το Δίκαιο της Θάλασσας. Η κυβέρνηση έχει επαναλάβει και το 2026 ότι η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα να το ασκήσει μονομερώς, στον χρόνο και με τον τρόπο που θα επιλέξει.

Το τουρκικό casus belli δεν είναι επομένως ένα ιστορικό επεισόδιο που έχει απλώς καταγραφεί. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών το χαρακτηρίζει ακόμη ενεργή απειλή και το συνδέει με την ανάγκη της Ελλάδας να διασφαλίζει την άμυνα του συνόλου της επικράτειάς της.

Αυτό είναι που κάνει την αποτροπή κρίσιμο στοιχείο της ελληνικής στρατηγικής.

Από την αποφυγή της κρίσης στην αποτροπή

Η λογική της αποτροπής είναι διαφορετική από τη λογική της διαρκούς υποχώρησης για την αποφυγή μιας κρίσης.

Μια χώρα μπορεί να επιλέξει να μην ασκήσει ένα δικαίωμα, να αναβάλει ένα έργο ή να περιορίσει μια δραστηριότητά της προκειμένου να αποφύγει την ένταση. Το βραχυπρόθεσμο κόστος μπορεί να φαίνεται μικρό. Μακροπρόθεσμα, όμως, δημιουργείται το ερώτημα εάν η απειλή έχει μετατραπεί σε αποτελεσματικό εργαλείο επηρεασμού των αποφάσεων.

Η αποτροπή επιχειρεί να αλλάξει ακριβώς αυτόν τον υπολογισμό: η επιθετική επιλογή πρέπει να εμφανίζεται στον αντίπαλο ως επιλογή με κόστος μεγαλύτερο από το πιθανό όφελος.

Δεν πρόκειται μόνο για στρατιωτική ισχύ. Είναι συνδυασμός αμυντικών δυνατοτήτων, συμμαχιών, διπλωματικών σχέσεων και οικονομικών συμφερόντων.

Rafale, F-35 και συμμαχίες

Η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά τις αμυντικές της δυνατότητες τα τελευταία χρόνια. Τα Rafale έχουν ήδη ενταχθεί στην Πολεμική Αεροπορία, ενώ η Αθήνα προχωρά και στην απόκτηση F-35. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης δήλωσε τον Σεπτέμβριο ότι τα F-35 αναμένονται σε λιγότερο από δύο χρόνια, ενώ αναφέρθηκε επίσης στις γαλλικές φρεγάτες, τα Rafale και την ευρύτερη διαφοροποίηση των αμυντικών προμηθειών της Ελλάδας.

Παράλληλα, η αμυντική σχέση Ελλάδας–Γαλλίας έχει αποκτήσει θεσμικό χαρακτήρα. Η συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης του 2021 περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της επικράτειας ενός από τα δύο μέρη, ενώ το 2026 η συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας ανανεώθηκε για ακόμη πέντε χρόνια.

Η σημασία αυτών των συμφωνιών δεν είναι ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο μιας κρίσης. Είναι ότι μετατρέπουν μια διμερή αντιπαράθεση σε ζήτημα με ευρύτερες διεθνείς προεκτάσεις.

Το καλώδιο και η γεωπολιτική της ενέργειας

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, ο Great Sea Interconnector.

Πρόκειται για ευρωπαϊκό έργο ενεργειακών υποδομών, το οποίο συνδέει αρχικά την Κύπρο με την ηπειρωτική Ευρώπη μέσω Ελλάδας και προβλέπει σε επόμενο στάδιο τη σύνδεση με το Ισραήλ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το εντάσσει στα έργα ενεργειακών διασυνδέσεων στρατηγικής σημασίας για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.

Η σημασία του είναι επομένως μεγαλύτερη από μια ελληνοτουρκική διαφορά.

Όσο περισσότερα κράτη, ευρωπαϊκοί θεσμοί και επιχειρήσεις έχουν οικονομικό ή ενεργειακό συμφέρον από ένα έργο, τόσο δυσκολότερο είναι να αντιμετωπίζεται ως αποκλειστικά διμερές ζήτημα Αθήνας–Άγκυρας.

Και αυτό είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας ελληνικής στρατηγικής: η δημιουργία δικτύων συμφερόντων γύρω από την Ελλάδα.

Η οικονομία γίνεται μέρος της αποτροπής

Το ίδιο ισχύει για τις ενεργειακές και εμπορικές διασυνδέσεις με άλλες χώρες.

Η Ελλάδα επιδιώκει να λειτουργήσει ως κόμβος μεταφοράς ενέργειας, εμπορευμάτων και επενδύσεων προς την Ευρώπη. Η συνεργασία με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Ινδία και άλλες χώρες δημιουργεί οικονομικά συμφέροντα που υπερβαίνουν τα στενά ελληνικά σύνορα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μια οικονομική συμφωνία αποτελεί στρατιωτική εγγύηση. Δεν είναι.

Σημαίνει όμως ότι η σταθερότητα των ελληνικών υποδομών και των θαλάσσιων διαδρομών αποκτά μεγαλύτερη σημασία για περισσότερους παίκτες.

Η γεωπολιτική ισχύς επομένως δεν μετριέται μόνο σε φρεγάτες και μαχητικά αεροσκάφη. Μετριέται και στο πόσοι έχουν οικονομικό και στρατηγικό συμφέρον να παραμείνει σταθερή μια χώρα.

Η Τουρκία αντιμετωπίζει και οικονομικούς περιορισμούς

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία έχει να αντιμετωπίσει σημαντικές οικονομικές και πολιτικές προκλήσεις. Ο υψηλός πληθωρισμός, η ανάγκη διατήρησης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και οι πολιτικές εντάσεις στο εσωτερικό περιορίζουν τα περιθώρια κινήσεων της Άγκυρας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μια οικονομική δυσκολία αποτρέπει αυτομάτως μια εξωτερική κρίση. Σημαίνει όμως ότι οποιαδήποτε σοβαρή ένταση θα πρέπει να ενταχθεί στον ευρύτερο υπολογισμό του οικονομικού κόστους.

Η σταθερότητα της τουρκικής οικονομίας αποτελεί παράμετρο που η ίδια η Άγκυρα δεν μπορεί να αγνοήσει.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται «άδεια» για να ασκεί τα δικαιώματά της

Η ουσία της σημερινής στρατηγικής δεν είναι ότι η Ελλάδα επιδιώκει τη σύγκρουση με την Τουρκία. Το αντίθετο.

Η Αθήνα εξακολουθεί να δηλώνει ότι επιδιώκει σχέσεις καλής γειτονίας και διάλογο. Παράλληλα, όμως, υποστηρίζει ότι ο διάλογος πρέπει να στηρίζεται στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και ότι οι μονομερείς τουρκικές αξιώσεις δεν μπορούν να μετατρέπονται σε δικαίωμα συναπόφασης για τις ελληνικές επιλογές.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της αλλαγής.

Η Ελλάδα μπορεί να επιδιώκει διάλογο χωρίς να θεωρεί ότι για κάθε δική της απόφαση απαιτείται προηγουμένως η συναίνεση της Άγκυρας.

Και μπορεί να επιδιώκει αποτροπή χωρίς να επιδιώκει πόλεμο.

Αυτός είναι ο δύσκολος συνδυασμός που καλείται να διατηρήσει η ελληνική εξωτερική πολιτική: διάλογος χωρίς αυτοπεριορισμό, άμυνα χωρίς πολεμική ρητορική και συμμαχίες χωρίς εξάρτηση από έναν μόνο εταίρο.

Η πραγματική δοκιμασία, επομένως, δεν είναι εάν η Ελλάδα θα επιλέξει την ένταση ή την υποχώρηση. Είναι εάν μπορεί να διατηρήσει σταθερά τη θέση της, να προστατεύει τα κυριαρχικά της δικαιώματα και ταυτόχρονα να κρατά ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία.

Εκεί θα κριθεί εάν η σημερινή πολιτική αποτροπής μπορεί να μετατραπεί σε μακροχρόνια σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.