
Δημοσκοπήσεις: Το στοίχημα του Μαξίμου για τα μέτρα, η ακρίβεια και η «γκρίζα ζώνη» των αναποφάσιστων
Οι δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, αλλά και οι μετρήσεις που πραγματοποιούνται για λογαριασμό του Μεγάρου Μαξίμου, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πολιτικό σκηνικό μετά τη ΔΕΘ.

Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να καταγράφεται στην πρώτη θέση, χωρίς όμως τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα να προδιαγράφουν αυτοδυναμία. Την ίδια στιγμή, στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμάται ότι η εικόνα μπορεί να μεταβληθεί όταν τα μέτρα ενίσχυσης του εισοδήματος που εξαγγέλθηκαν στη ΔΕΘ περάσουν από το επίπεδο των ανακοινώσεων στην καθημερινότητα των πολιτών.
Το βασικό στοίχημα είναι επομένως ο χρόνος: αν και σε ποιο βαθμό η εφαρμογή των μέτρων θα μεταφραστεί σε διαφορετική αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής.
Η τελευταία δημοσκόπηση της ALCO για τον Alpha, που δημοσιεύθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου, καταγράφει τη ΝΔ στο 24,3%, την ΕΛ.Α.Σ. στο 14,4% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,1%, ενώ οι αναποφάσιστοι ανέρχονται στο 15,3%.
Το στοίχημα της εφαρμογής των μέτρων
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο υπενθυμίζουν ότι και στο παρελθόν οι εξαγγελίες οικονομικών μέτρων δεν αποτυπώνονταν κατ’ ανάγκη άμεσα στις δημοσκοπήσεις.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία εστιάζει στο ότι η φορολογική μεταρρύθμιση που είχε ανακοινωθεί στην προηγούμενη ΔΕΘ χρειάστηκε χρόνο μέχρι να γίνει αντιληπτή από τους πολίτες μέσω της πραγματικής επίδρασης στο διαθέσιμο εισόδημά τους.
Το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποιείται τώρα για τα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη φετινή ΔΕΘ.
Ωστόσο, οι πρώτες μετρήσεις μετά τις εξαγγελίες δεν δείχνουν μέχρι στιγμής μεγάλη μεταβολή στην αντίληψη των πολιτών. Η ALCO καταγράφει ότι η ΝΔ κινήθηκε μόλις από το 24% στο 24,3% σε σχέση με τον Ιούνιο.
Αυτό αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν η επίδραση των μέτρων θα αποτυπωθεί αργότερα, όταν αυτά θα έχουν εφαρμοστεί και οι πολίτες θα μπορούν να αξιολογήσουν το πραγματικό οικονομικό τους όφελος.
Το «χαρτί» της αξιοπιστίας
Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβερνητική στρατηγική εξακολουθεί να στηρίζεται σημαντικά στο ζήτημα της αξιοπιστίας.
Το Μέγαρο Μαξίμου προβάλλει την εικόνα μιας κυβέρνησης που επιδιώκει να συνδέει τις εξαγγελίες με συγκεκριμένα μέτρα και δημοσιονομικό σχεδιασμό, ενώ παράλληλα επιχειρεί να αντιπαραβάλει αυτή την προσέγγιση με τις προτάσεις της αντιπολίτευσης.
Στις δημοσκοπήσεις, πάντως, η αξιοπιστία αποτελεί ξεχωριστό μέγεθος από την πρόθεση ψήφου.
Στην τελευταία ALCO, στο ερώτημα ποιος θεωρείται περισσότερο αξιόπιστος και ποιος θα εφαρμόσει όσα ανακοίνωσε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 27%, ο Αλέξης Τσίπρας 14,5% και ο Νίκος Ανδρουλάκης 12,5%. Το 40% απαντά «κανένας», ενώ 6% δεν εκφράζει γνώμη.
Το εύρημα αυτό καταγράφει μια σαφή διαφορά στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των πολιτικών προσώπων, αλλά ταυτόχρονα δείχνει ότι ένα μεγάλο τμήμα του δείγματος δεν αποδίδει το σχετικό πλεονέκτημα σε κανέναν από τους τρεις.
Η νέα εικόνα στην πρόθεση ψήφου
Η τελευταία μέτρηση της ALCO καταγράφει τη Νέα Δημοκρατία στο 24,3%, έναντι 24% στην προηγούμενη μέτρηση του Ιουνίου.
Η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται στο 14,4%, από 14,7%, ενώ το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει στο 11,1%, από 10,4%.
Ακολουθούν η Ελληνική Λύση με 6,4%, το ΚΚΕ με 6,2%, η Πλεύση Ελευθερίας με 3,5% και η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» με 3,1%.
Κάτω από το όριο του 3% καταγράφονται το ΜέΡΑ25 με 2,6%, η Φωνή Λογικής με 2,2%, ο ΣΥΡΙΖΑ με 2%, η Νίκη με 1,3% και οι Δημοκράτες με 0,7%.
Η διαφορά ΝΔ – ΕΛ.Α.Σ. διαμορφώνεται στις 9,9 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η απόσταση μεταξύ ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑΣΟΚ περιορίζεται στις 3,3 μονάδες.
Η ίδια μέτρηση, ωστόσο, καταγράφει και ένα διαφορετικό πολιτικό μήνυμα: το 67% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι στις επόμενες εκλογές θα πρέπει να υπάρξει αλλαγή διακυβέρνησης, έναντι 25% που θεωρεί ότι πρέπει να δοθεί τρίτη ευκαιρία στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η πρόθεση ψήφου και η γενικότερη αξιολόγηση της κυβερνητικής πορείας δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη.
Οι αναποφάσιστοι κρατούν ανοιχτή την εξίσωση
Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο για την εξέλιξη του πολιτικού σκηνικού είναι το 15,3% των αναποφάσιστων.
Πρόκειται για ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος που, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη μέτρηση, δεν έχει ακόμη αποφασίσει τι θα ψηφίσει.
Παράλληλα, ιδιαίτερη αύξηση καταγράφεται στην κατηγορία «άλλο κόμμα», η οποία βρίσκεται στο 6,9%, από 2,9% στην προηγούμενη μέτρηση.
Η εικόνα αυτή αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον καθώς το κομματικό τοπίο βρίσκεται σε διαδικασία ανασύνθεσης και έχουν εμφανιστεί ή προαναγγελθεί νέοι πολιτικοί σχηματισμοί.
Για την κυβέρνηση, η συσπείρωση του εκλογικού της ακροατηρίου αποτελεί συνεπώς ένα από τα βασικά ζητήματα στρατηγικής. Δημοσιεύματα που επικαλούνται κυβερνητικές μετρήσεις αναφέρουν ότι το κυβερνητικό επιτελείο εξετάζει ιδιαίτερα τις δεξαμενές των ψηφοφόρων που σήμερα δεν εμφανίζονται ως σταθερή εκλογική βάση της ΝΔ.
Η ακρίβεια είναι ο άγνωστος Χ
Πάνω από όλα, όμως, υπάρχει ένας παράγοντας που δεν μπορεί να ελεγχθεί εύκολα από κανένα εκλογικό επιτελείο: η πορεία των τιμών.
Η ακρίβεια παραμένει ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που επηρεάζουν την καθημερινότητα των νοικοκυριών. Και αυτό σημαίνει ότι η αξιολόγηση των οικονομικών μέτρων δεν θα γίνει μόνο με βάση το ύψος των φορολογικών ελαφρύνσεων ή των ενισχύσεων, αλλά και σε σχέση με το τι θα συμβαίνει την ίδια στιγμή στο κόστος ζωής.
Εάν οι τιμές τροφίμων, ενέργειας και στέγασης συνεχίσουν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα μπορεί να παραμένει υπό πίεση ακόμη και μετά την εφαρμογή των μέτρων.
Αντίθετα, μια αισθητή βελτίωση της αγοραστικής δύναμης θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αξιολογούν τις κυβερνητικές παρεμβάσεις.
Γι’ αυτό και το οικονομικό περιβάλλον των επόμενων μηνών θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για την πολιτική συζήτηση.
Η εξίσωση μέχρι τις κάλπες
Το σημερινό δημοσκοπικό στιγμιότυπο αποτυπώνει μια αντιφατική εικόνα.
Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη στην πρόθεση ψήφου και διατηρεί διαφορά 9,9 μονάδων από την ΕΛ.Α.Σ., όμως τα ποσοστά της παραμένουν κάτω από το επίπεδο που θα απαιτούσε μια ευρύτερη συζήτηση για αυτοδυναμία. Παράλληλα, το 15,3% των αναποφάσιστων και το 6,9% που δηλώνει «άλλο κόμμα» αφήνουν σημαντικό μέρος του εκλογικού χάρτη αδιευκρίνιστο.
Το Μέγαρο Μαξίμου ποντάρει πλέον στην εφαρμογή των μέτρων, στην αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και στην ενίσχυση της συσπείρωσης. Οι δημοσκοπήσεις, από την άλλη, δείχνουν ότι η οικονομική καθημερινότητα παραμένει καθοριστική και ότι μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος δεν έχει ακόμη οριστικοποιήσει την επιλογή του.
Έτσι, η επόμενη περίοδος δεν θα κριθεί μόνο από τα σημερινά ποσοστά. Θα εξαρτηθεί από το πώς θα εξελιχθεί η ακρίβεια, πόσο αισθητά θα είναι τα οικονομικά οφέλη των μέτρων στην καθημερινότητα, πώς θα διαμορφωθεί ο τελικός χάρτης των κομμάτων και πώς θα κινηθεί η μεγάλη δεξαμενή των αναποφάσιστων.
Με άλλα λόγια, η σημερινή δημοσκοπική εικόνα είναι ένα στιγμιότυπο· το πολιτικό στοίχημα του Μαξίμου είναι αν αυτό το στιγμιότυπο θα έχει αλλάξει όταν οι εξαγγελίες της ΔΕΘ θα έχουν μετατραπεί σε πραγματικό εισόδημα στην τσέπη των πολιτών.