Ιράν: Ο πόλεμος ξαναγράφει τον αμερικανικό στρατιωτικό χάρτη | Οι ΗΠΑ επανεξετάζουν τις βάσεις στον Κόλπο

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, οι μεγάλες αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στον Περσικό Κόλπο αποτέλεσαν τον πυρήνα της στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Ο πόλεμος με το Ιράν, όμως, έχει φέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που μέχρι πρόσφατα θα έμοιαζε σχεδόν αδιανόητο. Αξίζει η Ουάσιγκτον να ξαναχτίσει τις εγκαταστάσεις που επλήγησαν ή πρέπει να αλλάξει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσει τις δυνάμεις της στην περιοχή;

Σύμφωνα με σημερινή ανάλυση των Financial Times, οι επανειλημμένες επιθέσεις του Ιράν με πυραύλους και drones έδειξαν πόσο ευάλωτες μπορούν να είναι οι μεγάλες, σταθερές στρατιωτικές εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε μικρή σχετικά απόσταση από τις ιρανικές ακτές. Η σύγκρουση έχει ήδη αναγκάσει τις ΗΠΑ να μετακινήσουν προσωπικό και στρατιωτικά μέσα προς το Ισραήλ, την Ιορδανία και άλλες τοποθεσίες δυτικότερα, μακριά από την εμβέλεια ορισμένων ιρανικών όπλων μικρότερου βεληνεκούς.

Το αποτέλεσμα είναι ότι στο αμερικανικό Πεντάγωνο έχει ανοίξει μια συζήτηση που ξεπερνά κατά πολύ το κόστος αποκατάστασης των κτιρίων. Αγγίζει τον ίδιο τον στρατιωτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής και το μοντέλο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε επί δεκαετίες η αμερικανική παρουσία στην περιοχή.

Οι βάσεις που έγιναν εύκολοι στόχοι

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Κόλπο βασίστηκε ιστορικά στη λογική μεγάλων εγκαταστάσεων, από τις οποίες μπορούσαν να επιχειρούν αεροσκάφη, να υποστηρίζονται χερσαίες δυνάμεις και να συντονίζονται επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Η νέα πραγματικότητα των πυραύλων ακριβείας και των drones αλλάζει αυτή την εξίσωση.

Μεγάλες εγκαταστάσεις σε χώρες όπως το Κατάρ, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ προσφέρουν τεράστιες επιχειρησιακές δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν σταθερούς και γνωστούς στόχους.

Ο πόλεμος με το Ιράν ανέδειξε ακριβώς αυτή την αδυναμία. Σύμφωνα με ανάλυση της Washington Post με βάση δορυφορικές εικόνες, έως τον Μάιο είχαν υποστεί ζημιές ή καταστραφεί περισσότερες από 228 δομές ή στοιχεία στρατιωτικού εξοπλισμού σε αμερικανικές εγκαταστάσεις στη Μέση Ανατολή. Το American Enterprise Institute έχει εκτιμήσει ότι το συνολικό κόστος των ζημιών και της αποκατάστασης μπορεί να φτάσει περίπου τα 5 δισ. δολάρια.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι πλέον απλώς πόσα χρήματα θα απαιτηθούν. Είναι εάν έχει στρατηγικό νόημα οι ΗΠΑ να δαπανήσουν δισεκατομμύρια για να ξαναφτιάξουν με την ίδια μορφή εγκαταστάσεις που έχει ήδη αποδειχθεί ότι μπορούν να βρεθούν στο στόχαστρο της Τεχεράνης.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ (AP Photo/Julia Demaree Nikhinson)
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ (AP Photo/Julia Demaree Nikhinson)

Το Πεντάγωνο εξετάζει μικρότερο αποτύπωμα

Οι σχετικές συζητήσεις βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και δεν έχει ληφθεί απόφαση για μαζική αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων. Η κατεύθυνση που εξετάζεται, ωστόσο, δείχνει προς ένα διαφορετικό μοντέλο: μικρότερες εγκαταστάσεις, μεγαλύτερη διασπορά δυνάμεων και λιγότερη εξάρτηση από γιγαντιαίες βάσεις σε μικρή απόσταση από το Ιράν.

Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ διατηρεί υπό κανονικές συνθήκες περίπου 40.000 στρατιωτικούς σε σχεδόν 20 τοποθεσίες, σε μια γεωγραφική ζώνη που εκτείνεται από την Ιορδανία έως το Ομάν. Ο πόλεμος έχει οδηγήσει ήδη σε σημαντικές αναδιατάξεις, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται η πιθανότητα μέρος της παρουσίας αυτής να μετακινηθεί δυτικότερα.

Το Ισραήλ και η Ιορδανία εμφανίζονται ως δύο από τις πιθανές επιλογές για μεγαλύτερη συγκέντρωση αμερικανικών μέσων, ενώ η Ευρώπη μπορεί επίσης να αποκτήσει αυξημένο ρόλο στη στήριξη επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Η λογική είναι σχετικά απλή: όσο περισσότερο απομακρύνονται κρίσιμες δυνάμεις από τις ιρανικές ακτές, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την Τεχεράνη να τις πλήξει με μεγάλους αριθμούς φθηνότερων πυραύλων και drones.

Το Ιράν μπορεί να προσαρμοστεί

Μια τέτοια αλλαγή, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα εξαφανίζεται. Αναλυτές εκτιμούν ότι εάν οι ΗΠΑ μεταφέρουν στρατιωτικές δυνάμεις πιο δυτικά, η Τεχεράνη είναι πιθανό να προσαρμόσει και τη δική της στρατηγική, επενδύοντας ακόμη περισσότερο σε πυραύλους μεγαλύτερου βεληνεκούς που θα μπορούν να απειλήσουν νέες τοποθεσίες.

Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι ένας νέος κύκλος στρατιωτικής προσαρμογής, όπου κάθε αμερικανική μετακίνηση θα οδηγεί σε αντίστοιχη εξέλιξη του ιρανικού οπλοστασίου. Παράλληλα, ένα μικρότερο αμερικανικό αποτύπωμα στον Κόλπο έχει και ισχυρή πολιτική διάσταση.

Οι χώρες της περιοχής έχουν βασίσει μεγάλο μέρος της ασφάλειάς τους στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία και στις εγγυήσεις της Ουάσιγκτον. Μια σημαντική μείωση δυνάμεων θα μπορούσε να εκληφθεί από συμμάχους ως υποχώρηση της αμερικανικής δέσμευσης, ακόμη και εάν η Ουάσιγκτον υποστηρίξει ότι πρόκειται απλώς για στρατιωτική αναδιάταξη.

Από την εποχή της «Carter Doctrine» σε ένα νέο μοντέλο

Η συζήτηση αγγίζει τελικά ένα πολύ βαθύτερο ζήτημα. Εάν το στρατηγικό μοντέλο που οικοδόμησαν οι ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο από τα τέλη του 20ού αιώνα εξακολουθεί να ανταποκρίνεται στις σημερινές απειλές.

Η αμερικανική πολιτική είχε βασιστεί για δεκαετίες στην παραδοχή ότι η ασφάλεια του Κόλπου και των ενεργειακών διαδρομών αποτελεί ζωτικό συμφέρον των ΗΠΑ, δικαιολογώντας μια ισχυρή και μόνιμη στρατιωτική παρουσία.

Σήμερα, όμως, η Ουάσιγκτον επιδιώκει ταυτόχρονα να περιορίσει τη μακροχρόνια εμπλοκή της στη Μέση Ανατολή και να στρέψει περισσότερους πόρους προς τον Ειρηνικό και τον ανταγωνισμό με την Κίνα.

Η αποχώρηση από τη Συρία και η σταδιακή μείωση του ρόλου των αμερικανικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις κατά του ISIS στο Ιράκ αποτελούσαν ήδη ενδείξεις αυτής της κατεύθυνσης. Ο πόλεμος με το Ιράν, όμως, μπορεί να επιταχύνει πολύ περισσότερο τη διαδικασία.

Το παράδοξο είναι ότι η σύγκρουση, η οποία υποτίθεται ότι θα επιβεβαίωνε την αμερικανική στρατιωτική υπεροχή στην περιοχή, μπορεί τελικά να οδηγήσει σε ριζική αναθεώρηση της ίδιας της αμερικανικής παρουσίας στον Κόλπο.

Το δίλημμα της Ουάσιγκτον είναι πλέον σαφές. Να δαπανήσει δισεκατομμύρια για να αποκαταστήσει ένα σύστημα βάσεων που δημιουργήθηκε για μια διαφορετική εποχή ή να χρησιμοποιήσει τις καταστροφές του πολέμου ως αφετηρία για ένα νέο, περισσότερο ευέλικτο και διασπαρμένο στρατιωτικό μοντέλο.