
Ο γερμανός υπουργός άμυνας Μπόρις Πιστόριους και τι θέση παίρνει για τους εξοπλισμούς της Γερμανίας, απέναντι στους επικριτές του
Δύσκολα θα άφηναν άλλοι πολιτικοί την ευκαιρία να πάει χαμένη και να μη φωτογραφούνται με το στρατιωτικό κράνος κάθε φορά που επισκέπτονται στρατώνες και μάχιμες μονάδες. Όμως o Μπόρις Πιστόριους φαίνεται να μην έχει ανάγκη από τέτοιες εικόνες για να αυξήσει τη δημοφιλία του. Και χωρίς αυτές ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας βρίσκεται επί 3 χρόνια στην κορυφή των δημοσκοπήσεων, άλλοι μάλιστα θα ήθελαν τον πάντα σοβαρό και μετρημένο σοσιαλδημοκράτη πολιτικό στη θέση του αντιδημοφιλούς συντηρητικού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς. Για τέτοιες σκέψεις βέβαια δεν έχει χρόνο. Προτεραιότητά του είναι να εξοπλίσει και εκσυγχρονίσει τις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις όσο γίνεται πιο γρήγορα και να τις κάνει ετοιμοπόλεμες μέχρι το 2029, σε περίπτωση πιθανής (ρωσικής) επίθεσης. Να όμως που κι αυτός δεν είναι υπεράνω κριτικής.
Η κριτική
Η κριτική εστιάζεται στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται το εντυπωσιακό ποσό των 700 δις ευρώ μέχρι το 2030 και προέρχεται από τον πρόεδρο του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου IfW καθηγητή Μόριτς Σούλαρικ. Στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung του Μονάχου ο Γερμανός καθηγητής επικρίνει τον Πιστόριους επειδή αντί να δαπανά το ποσό σε μελλοντικά οπλικά συστήματα, συνεχίζει να το σπαταλά σε άρματα μάχης, φρεγάτες κι άλλο πολεμικό υλικό ξεπερασμένης τεχνολογίας. «Έχουμε πολλά κεφάλαια, πολλή βιομηχανική τεχνογνωσία και σε ορισμένους τομείς εξακολουθούμε να διαθέτουμε τεχνολογίες αιχμής», δήλωσε ο επικεφαλής του IfW, αναφερόμενος στα δυνατά σημεία της Γερμανίας. «Αυτό που δεν έχουμε είναι εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους πρόθυμους να ανέβουν σε τανκς και να πάνε στο μέτωπο. Αυτό σημαίνει: Αντί για περισσότερους στρατιώτες, περισσότερα επανδρωμένα οχήματα και περισσότερους στρατώνες, πρέπει όπου είναι δυνατόν να βασιστούμε στην Τεχνητή Νοημοσύνη, τη ρομποτική, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και την τεχνολογία δορυφόρων».
Ανάγκη για έναν συντονιστή αμυντικών θεμάτων
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι σχεδόν όλο το ποσό των 700 δις ευρώ προέρχεται από δάνεια. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων αλλά και πρωτοφανούς χρέους για τη δημοσιονομική “αρετή” της χώρας. Ο επιφανής οικονομολόγος υποστηρίζει ότι ένα «πολύ αργό» υπουργείο δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην αναδιοργάνωση της γερμανικής και ευρωπαϊκής αμυντικής στρατηγικής. Στη θέση του χρειάζεται κάποιον «που να διαθέτει πολιτική εξουσία, να μπορεί να φέρει σε επαφή τη βιομηχανία, τις νεοφυείς επιχειρήσεις και τα υπουργεία, να επιλύει τις τριβές και να επικεντρώνει τα πάντα σε έναν στόχο». Με άλλα λόγια ζητά έναν κεντρικό συντονιστή προμηθειών. Ο Σούλαρικ επιβεβαιώνει έτσι την κριτική που διατύπωσε μαζί με άλλους πέρυσι, όπως τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Telekom Ρενέ ΄Ομπερμαν και τον υποστράτηγος ε.α. Γίργκεν Γιόχαμιμ φον Ζάντραρτ. σε ένα έγγραφο για το υπουργείο Οικονομίας στρατηγικής σημασίας. Ο Σούλαρικ δηλώνει τώρα ότι θα μπορούσε να φανταστεί τον ΄Ομπερμαν ή τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Airbus Τομ Έντερς ως συντονιστή αμυντικών θεμάτων στην καγκελαρία.
«Κυβέρνηση και βιομηχανία πρέπει να αλλάξουν προσέγγιση»
Από την οπτική γωνία του Σούλαρικ τόσο η κυβέρνηση όσο και η αμυντική βιομηχανία πρέπει να αλλάξουν εντελώς φιλοσοφία όσον αφορά στις προμήθειες αμυντικού εξοπλισμού. Αντί να παραγγέλνουν εξαιρετικά πολύπλοκα, ειδικά κατασκευασμένα άρματα μάχης σε μικρούς αριθμούς ή 200 πυραύλους αεράμυνας, πρέπει να επικεντρωθούν στην ανάπτυξη παραγωγικών δυνατοτήτων. «Με άλλα λόγια δεν θα πρέπει να παραγγέλνουμε πλέον το μεμονωμένο όπλο, αλλά ολόκληρο το εργοστάσιο, το οποίο, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, θα μπορεί να παράγει πολύ γρήγορα 2.000 αντί για 200 πυραύλους το χρόνο», επεσήμανε ο Σουλάρικ. “Και επειδή η διατήρηση ενός τέτοιου εργοστασίου σε καιρό ειρήνης δεν είναι οικονομικά αποδοτική για μια επιχείρηση, το κράτος θα πρέπει να καταβάλει ένα μπόνους για αυτό“.
Το υπουργείο Άμυνας απορρίπτει την κριτική
Οι επικρίσεις του Γερμανού οικονομολόγου συζητήθηκαν και στο κυβερνητικό μπρίφινγκ. Εκπρόσωπος του υπουργείο Άμυνας απέρριψε τις επικρίσεις ότι το υπουργείο του επενδύει δις ευρώ κυρίως σε ξεπερασμένη τεχνολογία. Διευκρίνισε ότι οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις δεν αγοράζουν «παλιά αντί για νέα τεχνολογία» αλλά ότι χρειάζονται μέχρι το 2029 “έναν συνδυασμό σύγχρονων, παραδοσιακών οπλικών συστημάτων και νέων τεχνολογιών“, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιοποίηση και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Αναφέροντας ως παράδειγμα τα Leopard 2 A8 και τα F-35, είπε ότι ενώ πρόκειται για κλασσικά μεγάλα οπλικά συστήματα, είναι τεχνικά υπερσύγχρονα και αποτελούν «κόμβο» ενός ψηφιακού δικτύου. Όταν ρωτήθηκε συγκεκριμένα πόσα χρήματα διαθέτει το υπουργείο Άμυνας σε συμβατικά όπλα και πόσα σε Τεχνητή Νοημοσύνη και ρομποτική, ο εκπρόσωπος δεν μπόρεσε να δώσει συγκεκριμένο ποσό, γιατί, όπως διευκρίνισε, τα όρια είναι ρευστά. „Ένα σύγχρονο άρμα μάχης, για παράδειγμα, θα μπορούσε ταυτόχρονα να είναι ένα σημαντικό σύστημα όπλων και ένα εξαιρετικά ψηφιοποιημένο σύστημα που υποστηρίζεται από Τεχνητή Νοημοσύνη“. Πανάκεια τα drones;
Ο Πιστόριους απέναντι στους επικριτές του
Ειδικά σε ότι αφορά στα drones υποστήριξε ότι από μόνα τους δεν καθορίζουν την έκβαση ενός πολέμου. «Ο σύγχρονος πόλεμος εξακολουθεί να απαιτεί έναν συνδυασμό διαφορετικών συστημάτων. Τα drones και η τεχνητή νοημοσύνη είναι σημαντικά, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως τα άρματα μάχης, τις φρεγάτες, τα αεροσκάφη και άλλα μεγάλα οπλικά συστήματα». Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο ΄Αρμιν Πάπεργκερ, διευθύνων σύμβουλος της Rheinmetall, του μεγαλύτερου γερμανικού ομίλου αμυντικής βιομηχανίας και έναν από τους ισχυρότερους στην Ευρώπη, εξέφρασε πέρυσι σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Handelsblatt», τον σκεπτικισμό του για το πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος των drones σε έναν πόλεμο. «Είναι γεγονός στο παράδειγμα της Ουκρανίας ότι οι πόλεμοι εξακολουθούν να γίνονται με άρματα μάχης και πυραύλους. Αυτό δε θα αλλάξει στο μέλλον», δήλωσε στην εφημερίδα. «Αυτή τη στιγμή κυκλοφορούν πολλές τέτοιες θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες ο πόλεμος του μέλλοντος θα διεξάγεται αποκλειστικά με drones. Το θεωρώ ανοησία».
Αναδημοσίευση από ΤΟ ΒΗΜΑ