Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να ηγηθεί της Κεντροαριστεράς;

Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στο κέντρο του πολιτικού ανταγωνισμού επαναφέρει ένα ερώτημα που υπερβαίνει κατά πολύ την προσωπική του πολιτική διαδρομή. Μπορεί να συγκροτηθεί ξανά ένας ισχυρός πόλος στον χώρο της Κεντροαριστεράς και, εάν ναι, μπορεί να ηγηθεί ο πρώην πρωθυπουργός;

Οι δημοσκοπικές ενδείξεις δίνουν στον Αλέξη Τσίπρα ένα σαφές πολιτικό πλεονέκτημα, καθώς η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζεται στις μετρήσεις στη δεύτερη θέση, μπροστά από το ΠΑΣΟΚ.

Αυτό όμως δεν αρκεί για να απαντήσει το ερώτημα.

Γιατί άλλο είναι να εμφανίζεται κάποιος ως ισχυρότερος παίκτης σε έναν κατακερματισμένο χώρο και άλλο να μπορεί να τον ενοποιήσει, να τον διευρύνει και τελικά να τον καταστήσει κυβερνητική εναλλακτική.

Στην πραγματικότητα, η πιθανότητα «ηγεμονίας» Τσίπρα στην Κεντροαριστερά θα κριθεί σε μια σειρά από πολύ πιο δύσκολες δοκιμασίες.

Πρώτον, στην αξιοπιστία.

Ο Αλέξης Τσίπρας διαθέτει ένα πλεονέκτημα που κανείς άλλος αρχηγός στο χώρο της Κεντροαριστεράς δε διαθέτει σήμερα. Έχει υπάρξει πρωθυπουργός.

Αυτό όμως λειτουργεί και αντίστροφα.

Δεν είναι ένα νέο πρόσωπο στο οποίο ο ψηφοφόρος μπορεί να προβάλλει προσδοκίες. Έχει ήδη κυβερνήσει και, συνεπώς, αξιολογείται με βάση συγκεκριμένες αποφάσεις, διαψεύσεις, λάθη και αντιφάσεις.

Η περίοδος 2015-2019 εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του πολιτικού του «ισολογισμού». Η διαπραγμάτευση του 2015, το δημοψήφισμα, το τρίτο Μνημόνιο, η συνεργασία με τους ΑΝΕΛ, οι επιλογές προσώπων και η συνολική λειτουργία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, είναι καθοριστικά στην προσωπική πολιτική ιστορία και παρουσία του σήμερα.

Η πτώση στο 17,8% τον Μάιο του 2023 έδειξε ότι ένα σημαντικότατο τμήμα του εκλογικού σώματος έπαψε να θεωρεί τον Αλέξη Τσίπρα αξιόπιστη εναλλακτική εξουσίας.

Μπορεί να πείσει ότι έχει διδαχθεί από την προηγούμενη διακυβέρνηση, αλλά και την αντιπολιτευτική του θητεία και ότι δεν επιχειρεί απλώς την αποκατάσταση της εικόνας και της πολιτικής παρουσίας του;

Δεύτερον, στην κυβερνητική ικανότητα.

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει αποδείξει ότι διαθέτει πολιτικό ένστικτο, αντοχή στον ανταγωνισμό και ικανότητα συγκρότησης εκλογικών συμμαχιών. Η μετατροπή ενός κόμματος του 4% σε κυβερνητικό κόμμα μέσα σε λίγα χρόνια αποτελεί από μόνη της μία από τις σημαντικότερες ανατροπές της Μεταπολίτευσης.

Το νέο στοίχημα όμως είναι σε ένα διαφορετικό περιβάλλον από την περίοδο κατάρρευσης της χώρας και του πολιτικού συστήματος που ζήσαμε το 2010-2014.

Το 2026 ο ψηφοφόρος, ειδικά της κεντροαριστεράς, αναζητεί σοβαρές απαντήσεις σε ζητήματα ακρίβειας, εισοδήματος, δημόσιας διοίκησης, υγείας, στεγαστικού, ασφάλειας, θεσμών και λειτουργίας του κράτους που να μπορούν να οδηγήσουν σε λύσεις και αποτελεσματική διακυβέρνηση.

Μπορεί να παρουσιάσει όχι μόνο ένα ελκυστικό αντιπολιτευτικό επικοινωνιακό αφήγημα, αλλά ομάδα που μπορεί να διεκδικήσει ψήφο στις τοπικές κοινωνίες, πρόγραμμα και μηχανισμό διακυβέρνησης που να δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας;

Τρίτον, στη διαφάνεια.

Στην εξίσωση έχει προστεθεί το τελευταίο διάστημα και ένας ακόμη παράγοντας με τα ερωτήματα για τους πόρους και τη χρηματοδότηση του νέου κόμματος.

Το ΠΑΣΟΚ έχει επανειλημμένα θέσει δημόσια το ερώτημα από πού χρηματοδοτείται η ΕΛ.Α.Σ., κατηγορώντας την ότι δεν έχει δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις.

Στρατηγικά, αυτό που έχει σημασία είναι ότι το ερώτημα έχει πλέον τεθεί.

Και όταν ένας πολιτικός φορέας επιχειρεί να οικοδομήσει την ταυτότητά του γύρω από έννοιες όπως η διαφάνεια, η σύγκρουση με τα συμφέροντα και η ανανέωση του πολιτικού συστήματος, δεν μπορεί να αφήνει γκρίζες περιοχές γύρω από τη δική του χρηματοδότηση.

Μπορεί ο ίδιος ο Τσίπρας να απαντήσει με τρόπο πλήρη και θεσμικά πειστικό στα ερωτήματα για τη χρηματοδότηση του νέου εγχειρήματος, ώστε το ζήτημα να μη μετατραπεί σε μόνιμη σκιά πάνω από το αφήγημά του;

Τέταρτον, στην υπέρβαση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει αποχωρήσει από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν μπορεί να αποκοπεί από την εξέλιξη του κόμματος που ο ίδιος ηγήθηκε επί χρόνια.

Μετά την εκλογική ήττα του 2023, ο ΣΥΡΙΖΑ εισήλθε σε μια περίοδο διαδοχικών κρίσεων, διασπάσεων, αποχωρήσεων, συγκρούσεων ηγεσίας και εσωκομματικών εμφυλίων. Η εικόνα αυτή αποδυνάμωσε την αξιοπιστία ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου. Ζούμε και θα ζήσουμε μάλιστα στο άμεσο μέλλον έναν αιματηρό εμφύλιο μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΕΛΑΣ.

Εάν η ΕΛ.Α.Σ. γίνει απλώς το νέο σπίτι των απογοητευμένων ψηφοφόρων και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, ίσως να εδραιωθεί στη δεύτερη θέση, χωρίς ποτέ όμως να αποκτήσει πλειοψηφική δυναμική.

Μπορεί να πάρει μαζί του την εκλογική βάση του παλιού κόμματος χωρίς να μεταφέρει στο νέο εγχείρημα τα χαρακτηριστικά που οδήγησαν στην κατάρρευσή του;

Πέμπτον, στη σχέση με το ΠΑΣΟΚ.

Η δημοσκοπική υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ στην τρίτη θέση δημιουργεί αναμφίβολα ευνοϊκή συνθήκη για τον Αλέξη Τσίπρα. Ωστόσο, θα ήταν στρατηγικό λάθος να θεωρήσει κανείς ότι η «ηγεμονία» στην Κεντροαριστερά θα προκύψει απλώς από την δημοσκοπική αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ.

Ένα κρίσιμο ζήτημα βέβαια είναι αν και το ΠΑΣΟΚ θα επιτρέψει πολιτικά στον Αλέξη Τσίπρα να εμφανιστεί και «κατοχυρωθεί» ως ο ηγέτης της Κεντροαριστεράς.

Αν το ΠΑΣΟΚ καταφέρει να μετατρέψει την αναμέτρηση από ερώτημα «ποιος προηγείται δημοσκοπικά» σε ερώτημα «ποιος είναι ασφαλέστερος και πιο αξιόπιστος ως κυβερνητική επιλογή», μπορεί να περιορίσει σημαντικά ή και ανατρέψει τη δυναμική του Αλέξη Τσίπρα.

Το ΠΑΣΟΚ διαθέτει πλεονεκτήματα που δεν αποτυπώνονται πλήρως στις δημοσκοπήσεις, όπως είναι η οργανωμένη κομματική βάση του, αυτοδιοικητικά δίκτυα, κοινωνικές αναφορές, ιστορική σχέση με συγκεκριμένα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας και πολιτική παρουσία που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από ένα πρόσωπο, αλλά… επιθυμεί πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει το μέγιστο κίνητρο να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη, γιατί μια εδραίωση της ΕΛ.Α.Σ. στη δεύτερη θέση δεν θα σήμαινε μόνο απώλεια εκλογικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ ως ιστορικού φορέα της δημοκρατικής παράταξης, αλλά αμφισβήτηση του ιδίου στην ηγεσία.

Και έκτον, στην «γκρίζα» ζώνη.

Το σημαντικότερο ίσως λάθος που μπορεί να κάνει η συζήτηση για την Κεντροαριστερά είναι να περιοριστεί στις μετακινήσεις ανάμεσα στα υπάρχοντα κόμματα.

Η πραγματική πολιτική μάχη βρίσκεται αλλού.

Στη μεγάλη «γκρίζα» ζώνη των δημοσκοπήσεων. Στους πολίτες που δηλώνουν αναποφάσιστοι. Σε όσους απέχουν. Σε εκείνους που θέλουν πολιτική αλλαγή, αλλά δεν θεωρούν καμία διαθέσιμη επιλογή επαρκώς αξιόπιστη.

Υπάρχει ισχυρή «ζήτηση» για αλλαγή, αλλά πολύ μικρότερη «προσφορά» εμπιστοσύνης.

Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να κερδίσει πολίτες που σήμερα δεν αυτοπροσδιορίζονται απλώς ως κεντροαριστεροί, αλλά ζητούν αλλαγή με αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης;

Αυτές είναι οι σημαντικότερες στρατηγικές προκλήσεις για τον Αλέξη Τσίπρα.

Και για έναν πρώην πρωθυπουργό που επιστρέφει, η πρόκληση είναι πολύ δυσκολότερη ώστε να πείσει την κοινωνία να επανεξετάσει τη γνώμη που έχει ήδη σχηματίσει γι’ αυτόν.

Πρέπει εκείνος να απαντήσει και να δημιουργήσει εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που γνωρίζουν ήδη πολύ καλά ποιος είναι και εξακολουθούν να έχουν αμφιβολίες.

Και προς το παρόν, η απάντηση παραμένει ανοιχτή και θα κριθεί από το τέλος Αυγούστου και μετά σε μια μηνιαία ή ολιγόμηνη προεκλογική περίοδο (εφόσον του χαρίσει χρόνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης).

Δημήτρης Γέρου

Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας