
Όπως και πολλοί άλλοι αναλυτές της αγοράς πετρελαίου, έτσι κι εγώ έχω εκπλαγεί από το γεγονός ότι οι τιμές παραμένουν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, παρόλο που η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις μεγαλύτερες διαταραχές προσφοράς στην Ιστορία.
Πριν από τον πόλεμο, περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ. Σήμερα, η ροή αυτή έχει περιοριστεί σημαντικά. Ωστόσο, η απώλεια έχει αντισταθμιστεί εν μέρει από μια σειρά παραγόντων: τις εξαγωγές μέσω αγωγών που ανέρχονται σε 7-8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, τη συνέχιση των εξαγωγών ρωσικού πετρελαίου παρά τις κυρώσεις, οι οποίες κατά περιόδους ξεπερνούν τα 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως, τη μείωση των κινεζικών εισαγωγών κατά περίπου 4 εκατ. βαρέλια ημερησίως, την υποχώρηση της παγκόσμιας ζήτησης κατά 3-4 εκατ. βαρέλια ημερησίως και, τέλος, την αποδέσμευση περίπου 3 εκατ. βαρελιών ημερησίως από τα στρατηγικά αποθέματα των κρατών-μελών του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.
Έτσι, η αγορά έχει διατηρήσει μια εύθραυστη ισορροπία χάρη σε αυτούς τους αντισταθμιστικούς παράγοντες. Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτής της ισορροπίας είναι προσωρινό. Η διάθεση ρωσικού πετρελαίου που υπόκειται σε κυρώσεις, όπως και η μειωμένη κινεζική ζήτηση, δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες επ’ αόριστον. Αντίστοιχα, η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων μπορεί να συνεχιστεί για κάποιο διάστημα, αλλά δύσκολα για πολύ περισσότερο από μερικούς μήνες.
Την ίδια στιγμή, το στενό του Μπαμπ ελ Μαντέμπ βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο, καθώς απειλείται από τις επιθέσεις των Χούθι, χωρίς ωστόσο να έχει κλείσει. Αν η διέλευση διακοπεί, ενδέχεται να επηρεαστούν επιπλέον 5-6 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Μέρος αυτών των ποσοτήτων θα μπορούσε να διοχετευθεί μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και της Μεσογείου προς την Ασία, ενώ μέρος των φορτίων από τη λεκάνη του Ατλαντικού θα μπορούσε να ανακατευθυνθεί προς την Ασία αντί της Ευρώπης. Παρ’ όλα αυτά, οι επιθέσεις των Χούθι εξακολουθούν να αποδυναμώνουν την αγορά και να ενισχύουν την αβεβαιότητα.
Θυμάμαι τις εποχές που οι “Επτά Αδελφές” [Σ.τ.Μ.: οι επτά πολυεθνικές εταιρείες πετρελαίου της Ιρανικής Κοινοπραξίας – ένα ολιγοπώλιο ή καρτέλ, που κυριάρχησε στην παγκόσμια βιομηχανία πετρελαίου από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970] μπορούσαν, μόνες τους, να εξισορροπούν την παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Η πραγματικότητα αυτή τερματίστηκε με την ιρανική πετρελαϊκή κρίση του 1979. Όταν οι εταιρείες έχασαν τις προμήθειες από το Ιράν, διέκοψαν τις παραδόσεις προς τους πελάτες τους, οι οποίοι στράφηκαν στην αγορά spot για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Οι διαθέσιμες ποσότητες εξαντλήθηκαν γρήγορα και οι αγοραστές άρχισαν να προσφέρουν υψηλότερες τιμές σε παραγωγούς όπως η Λιβύη, προκαλώντας μια αλυσιδωτή αναδιάταξη των παγκόσμιων ροών πετρελαίου.
Υπάρχει όμως ένα σημαντικό δίδαγμα από εκείνη την περίοδο. Η παγκόσμια παραγωγή είχε σε μεγάλο βαθμό αποκατασταθεί μέχρι τον Απρίλιο του 1979, μόλις τρεις μήνες μετά την έναρξη της κρίσης, όταν οι τιμές είχαν αυξηθεί περίπου κατά 50%. Αντί όμως να σταθεροποιηθούν, συνέχισαν να ανεβαίνουν για ακόμη 21 μήνες, καταλήγοντας τελικά να τριπλασιαστούν.
Η εξέλιξη αυτή δεν οφειλόταν μόνο στην πραγματική έλλειψη προσφοράς, αλλά κυρίως στον φόβο ότι η Ιρανική Επανάσταση θα εξαπλωνόταν στην περιοχή —κάτι που τελικά δεν συνέβη— και στις ανησυχίες για πόλεμο μεταξύ Ιράν και Ιράκ, ο οποίος τελικά ξέσπασε. Παράλληλα, οι χώρες του OPEC άρχισαν να διαθέτουν το πετρέλαιό τους απευθείας στην αγορά, παρακάμπτοντας τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες. Πολλοί από τους παραδοσιακούς αγοραστές αναγκάστηκαν να αναζητήσουν επειγόντως νέες πηγές εφοδιασμού, γεγονός που ενίσχυσε τη συσσώρευση αποθεμάτων και τροφοδότησε περαιτέρω την άνοδο των τιμών.
Κάτι αντίστοιχο παρατηρήθηκε και το 2003. Η απεργία στη Βενεζουέλα περιόρισε την παραγωγή κατά περίπου 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ λίγο αργότερα ο δεύτερος πόλεμος στον Κόλπο αφαίρεσε άλλα 2 εκατ. βαρέλια από την αγορά. Μέχρι τον Οκτώβριο η παραγωγή είχε ουσιαστικά αποκατασταθεί και οι τιμές είχαν αυξηθεί μόλις κατά περίπου 25%. Ωστόσο, η ανοδική πορεία συνεχίστηκε έως τα μέσα του 2006, όταν οι τιμές είχαν πλέον διπλασιαστεί.
Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η μετέπειτα άνοδος τροφοδοτήθηκε από τη ραγδαία αύξηση της κινεζικής ζήτησης και από τις συναλλαγές που βασίζονταν στη δυναμική της αγοράς. Ακόμη όμως και αν ισχύει αυτό, η στενότητα της αγοράς που δημιουργήθηκε μετά τον πόλεμο διατήρησε τις τιμές σε μια μακροχρόνια ανοδική πορεία και όχι σε μια σύντομη εκτόξευση.
Η αντίληψη ότι οι τιμές του πετρελαίου κινούνται “σαν πύραυλος” προκύπτει κυρίως από τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις. Οι πρόσφατες ημερήσιες αυξήσεις των 6 ή 8 δολαρίων το βαρέλι είναι πράγματι εντυπωσιακές. Ο πραγματικός κίνδυνος, όμως, βρίσκεται στο ενδεχόμενο μιας επίμονης έλλειψης προσφοράς που θα οδηγήσει σε διαδοχικές αυξήσεις των τιμών. Είναι πιθανό το πετρέλαιο να μην διαπραγματευτεί πολύ πάνω από τα 100 δολάρια τους επόμενους μήνες, αλλά αυτό δεν λέει πολλά για το πού μπορεί τελικά να φτάσει.
Οι τιμές του πετρελαίου χαρακτηρίζονται από μεγάλη αδράνεια. Μια απότομη άνοδος μπορεί να την ακολουθήσουν διορθώσεις λόγω κατοχύρωσης κερδών ή γεωπολιτικών εξελίξεων. Επιπλέον, οι επενδυτές είναι διστακτικοί -και εύλογα- να στοιχηματίσουν σε ακραία σενάρια όταν η αβεβαιότητα παραμένει τόσο υψηλή. Μια συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν μπορεί να χρειαστεί μήνες για να επιτευχθεί ή μπορεί να ανακοινωθεί ακόμη και αύριο. Σε μια τέτοια περίπτωση, όσοι έχουν τοποθετηθεί επιθετικά στην άνοδο των τιμών θα βρεθούν εκτεθειμένοι. Για τον λόγο αυτό, ακόμη και αν η ανοδική τάση συνεχιστεί, είναι πιθανότερο να εξελιχθεί σταδιακά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας εκρηκτικής ανόδου. Αν οι Κινέζοι αγοραστές επιστρέψουν δυναμικά στην αγορά, αν οι ΗΠΑ και άλλα κράτη σταματήσουν να αποδεσμεύουν στρατηγικά αποθέματα και η προσφορά από τον Περσικό Κόλπο παραμείνει περιορισμένη, δεν αποκλείεται να εμφανιστούν αγορές πανικού. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι συναλλαγές που βασίζονται στη δυναμική της αγοράς θα μπορούσαν να επιταχύνουν την άνοδο των τιμών, οδηγώντας τες σε τριψήφια επίπεδα.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι η σημερινή σχετική ηρεμία στην αγορά πετρελαίου δεν πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό. Όσο οι περιορισμοί στην προσφορά παραμένουν, η σημερινή εικόνα των τιμών δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα το τελικό αποτέλεσμα. Ακόμη κι αν η γεωπολιτική ένταση αποκλιμακωθεί γρήγορα, τα θεμελιώδη μεγέθη της αγοράς —και κυρίως τα χαμηλά αποθέματα— θα χρειαστούν πολύ περισσότερο χρόνο για να αποκατασταθούν. Υπό αυτές τις συνθήκες, τόσο ο χρόνος όσο και το ύψος της κορύφωσης των τιμών παραμένουν αβέβαια, όμως η επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα μοιάζει, προς το παρόν, ιδιαίτερα μακρινή.
Αναδημοσίευση από capital