Κυβέρνηση ειδικού σκοπού: Ποιοι και γιατί την υποστηρίζουν

Λίγοι θυμούνται σήμερα ένα πολιτικό σενάριο περί «κυβέρνησης των ηττημένων» παραμονές των εκλογών του 2023. Το υπαινίχθηκε ο τότε αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος πάντως το «μάζεψε» τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Αυτό δεν εμπόδισε άλλα στελέχη της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης-ανάμεσά τους ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο Γιάννης Δραγασάκης-να  αφήνουν ανοιχτό ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πολύ περισσότερο που οι εκλογές θα γίνονταν με την απλή αναλογική. Τελικά αυτή η θεωρία αποδοκιμάστηκε πολύ πριν από τη διπλή εκλογική νίκη και αυτοδυναμία της ΝΔ στις εκλογές. Όμως την ίδια εποχή, μετά την τραγωδία στα Τέμπη, αναθερμάνθηκαν τα σενάρια για «κυβέρνηση ειδικού σκοπού» που θα εστίαζε στην απόδοση ευθυνών για το δυστύχημα αλλά και για τις παρεμβάσεις στο κράτος δικαίου. Και αυτά όμως  εγκαταλείφθηκαν, μετά την ετυμηγορία των πολιτών και την δεύτερη αυτοδυναμία της ΝΔ.

Σήμερα, σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό τοπίο, αίφνης άρχισαν να κυκλοφορούν παραπλήσιες προσεγγίσεις, με κυρίαρχη αυτή του σχηματισμού «κυβέρνησης ειδικού σκοπού», εφόσον η κάλπη δεν αναδείξει αυτοδύναμη κυβέρνηση ή δεν επιτρέψει προγραμματικές συγκλίσεις. Πώς θα γίνει όμως μια τέτοια κυβέρνηση και πού θα αποσκοπεί; Εδώ η σεναριολογία δεν ομονοεί τόσο στους πιθανούς συμμέτοχους σε ένα τέτοιο υποθετικό σχήμα όσο και στο τι ακριβώς θα επιχειρηθεί.

Υπάρχει κατ’ αρχάς  μια ακραία εκδοχή αυτού του σεναρίου που σχετίζεται με την κατά κράτος ήττα του Κυριάκου Μητσοτάκη στις επερχόμενες εκλογές. Αυτοί που την υποστηρίζουν, θεωρούν ότι ο Πρωθυπουργός, εφόσον ηττηθεί-και πιθανολογώντας ότι θα τεθεί θέμα ηγεσίας στη ΝΔ-θα πρέπει να οδηγηθεί στο… σκαμνί. Μια παραλλαγή, δηλαδή, της κυβέρνησης ειδικού σκοπού που συστήθηκε το 1989 και οδήγησε στην παραπομπή  του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο-και αθωώθηκε. Αν και δεν είναι σαφές το «κατηγορητήριο», είναι όμως ενδεχόμενο μια τέτοια εκδοχή να δέχεται στους κόλπους της ετερόκλητες πολιτικές δυνάμεις, που θα συμφωνούν σε ένα και μόνο σκοπό, την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής. Τέτοιες ακραίες θεωρίες απορρίπτονται από τη ΝΔ αλλά και από το ΠΑΣΟΚ, που βίωσε ως κόμμα στο παρελθόν τη δοκιμασία παραπομπής το αρχηγού του αλλά αντέδρασε και το 2023 στους υπαινιγμούς Τσίπρα για ειδική κυβέρνηση, εκτιμώντας πως τέτοια σενάρια αποτελούσαν δώρο στη ΝΔ…

Είναι φανερό ότι ακόμη και ο όρος «κυβέρνηση ειδικού σκοπού» παραπέμπει σε άλλες εποχές και καταστάσεις. Γιατί το ερώτημα είναι αν υπάρχει πολιτική ή οικονομική αστάθεια, που οδηγεί σε τέτοιες πρακτικές. Βέβαια, ακούγονται στο δημόσιο λόγο κάθε τόσο οι αναφορές για λογοδοσία. Μόλις την περασμένη Τετάρτη, η Μαρία Καρυστιανού, σε σχόλιό της για την παρουσία του Πρωθυπουργού στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, έκανε λόγο για «εθνική προδοσία» και ότι «ο κ. Μητσοτάκης θα λογοδοτήσει και γι’ αυτό»…

Υπάρχουν όμως και πιο soft εκδοχές που διατυπώνονται για την κυβέρνηση «ειδικού σκοπού». Ο Γιάννης Μαγκριώτης σε άρθρο του στο Βήμα (2/7/26) εκτιμά ότι «θα έχουμε κυβερνήσεις «ειδικού σκοπού», με τουλάχιστον τρία κόμματα. Η ΝΔ, η ΕΛ.Α.Σ και το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής, είναι ένα πιθανό σχήμα». Δεν διευκρινίζει αν η ΝΔ περιλαμβάνεται στην πρότασή του με ή χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Έχει παρόλα αυτά ενδιαφέρον  να γίνει αναφορά στο τι θα πράξει η κυβέρνηση αυτή, που πάντως δεν σχετίζεται με λογοδοσίες και παραπομπές στο Ειδικό Δικαστήριο. «Η πρώτη κυβέρνηση «ειδικού σκοπού», θα συγκροτηθεί, για την προεδρία της ΕΕ και την τρέχουσα διαχείριση» γράφει ο κ. Μαγκριώτης και προσθέτει: «Τουλάχιστον για τα προοδευτικά κόμματα, υπάρχει μια υποχρέωση, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως πρόσθετο ισχυρό επιχείρημα για την συμμετοχή τους στην κυβέρνηση «ειδικού σκοπού». Τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης, είτε συμμετέχουν στην κυβέρνηση είτε όχι, σχηματίζουν πλειοψηφία για την αλλαγή του εκλογικού νόμου… Μόνο με ένα σύστημα απλής αναλογικής, μπορεί να υπάρξει στις επόμενες εκλογές, πρώτες ή δεύτερες, ανάλογα με το πότε θα εφαρμοστεί ο νέος εκλογικός νόμος, πολιτικό περιβάλλον και πλειοψηφία για τον σχηματισμό αξιόπιστης προοδευτικής κυβέρνησης».

Επειδή προφανώς επικρατεί μια σύγχυση για το τί σημαίνει κυβέρνηση ειδικού ας επιχειρήσουμε μια κωδικοποίηση της προέλευσης της πρότασης αυτής. Μια «πηγή» είναι από μέρος της αντιπολίτευσης και αναλυτές του κεντροαριστερού χώρου, που θεωρούν ότι η φθορά της κυβέρνησης δημιουργεί προϋποθέσεις για μετεκλογική συνεργασία κομμάτων της αντιπολίτευσης. Μια άλλη συνιστώσα απαρτίζεται από ορισμένα κόμματα, πολιτικά πρόσωπα και Μέσα Ενημέρωσης, ιδιαίτερα επικριτικά προς την κυβέρνηση, που συνδέουν το σενάριο με υποθέσεις όπως τα Τέμπη, τις υποκλοπές ή τον ΟΠΕΚΕΠΕ και παρουσιάζουν μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού ως όχημα «κάθαρσης».

Είναι πασίδηλο και από τις  δημοσκοπήσεις που τρέχουν ότι η κυβέρνηση φθείρεται αλλά παραμένει πολιτικά κυρίαρχη, η αντιπολίτευση είναι κατακερματισμένη με βαθιούς ανταγωνισμούς, ενώ το σενάριο της αυτοδυναμίας όλο και αδυνατίζει.  Είναι τότε που η συζήτηση μετατοπίζεται από το «ποιος θα κερδίσει» στο «ποιος μπορεί να σχηματίσει πλειοψηφία». Αυτό βλέπουμε και σήμερα. Δεν είναι ακόμη επίσημο σχέδιο κάποιου ενιαίου μπλοκ· είναι κυρίως ένα σενάριο που χρησιμοποιείται από διάφορους πολιτικούς και μιντιακούς παίκτες για να επηρεάσουν τη μετεκλογική συζήτηση, με φόντο την πολιτική ρευστότητα.