
Το ρωσικό πετρέλαιο, η ΕΕ και οι αντιρρήσεις Ελλάδας και Μάλτας
-Όμως, οι εξελίξεις στο μέτωπο της ενέργειας και των θαλασσίων μεταφορών είναι ραγδαίες. Η συζήτηση στις Βρυξέλλες για το 20ό πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας βρήκε την Ελλάδα και τη Μάλτα να ζητούν επιφυλακτικά τον λόγο. Αντικείμενο της ένστασής τους είναι η πρόταση της Κομισιόν να αντικατασταθεί το ισχύον πλαφόν στην τιμή του ρωσικού πετρελαίου με πλήρη απαγόρευση παροχής ευρωπαϊκών ασφαλιστικών και μεταφορικών υπηρεσιών για τη διακίνησή του. Με απλά λόγια, να αποκλειστούν πλοία και εταιρείες που συνδέονται με την ΕΕ, από μια αγορά στην οποία μέχρι πρόσφατα διατηρούσαν σημαντική παρουσία.
Το 35% του ρωσικού πετρελαίου μεταφέρθηκε τον Ιανουάριο από δεξαμενόπλοια της ΕΕ. Πίσω από την επίσημη ρητορική περί «τεχνικών διευκρινίσεων» κρύβονται βαθύτερες ανησυχίες οικονομικού και γεωπολιτικού χαρακτήρα. Τα πραγματικά κίνητρα της Ελλάδας και της Μάλτας σχετίζονται με τη δομή των οικονομιών τους.
Η Ελλάδα, ως η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη της Ευρώπης, ελέγχοντας το 61%, βλέπει ότι μια οριζόντια απαγόρευση υπηρεσιών δεν πλήττει μόνο τη Μόσχα, αλλά και τον ίδιο τον ευρωπαϊκό στόλο. Όταν πλοία συμφερόντων ΕΕ μεταφέρουν ακόμη σημαντικό ποσοστό του ρωσικού αργού, ο απότομος αποκλεισμός σημαίνει απώλεια ναύλων, περιορισμό εμπορικής ευελιξίας και μετατόπιση δραστηριότητας προς τον λεγόμενο «σκιώδη στόλο». Παράλληλα, επηρεάζονται οι αποτιμήσεις, ιδίως των παλαιότερων δεξαμενόπλοιων που βρήκαν τα τελευταία χρόνια επικερδείς διαδρομές υψηλού ρίσκου. Καθοριστικός είναι και ο ρόλος των P&I clubs και της ευρωπαϊκής ασφαλιστικής αγοράς.
Αν η ασφάλιση και η χρηματοδότηση αποσυρθούν, το κενό θα καλυφθεί από λιγότερο διαφανείς μηχανισμούς, αυξάνοντας το συστημικό ρίσκο. Έτσι, πίσω από τη ρητορική περί «διευκρινίσεων», Αθήνα και Βαλέτα επιχειρούν να διαφυλάξουν όχι μόνο εθνικά συμφέροντα, αλλά και τη θέση της Ευρώπης στον παγκόσμιο ναυτιλιακό χάρτη, σε μια στιγμή που οι γεωπολιτικές ισορροπίες και οι κανόνες της αγοράς μεταβάλλονται ταχύτατα.