
AI Takeaways 🧠
- Οι πλημμύρες στα νότια προάστια συνδέονται άμεσα με τη διακοπή των ρεμάτων του Υμηττού.
- Η πολεοδόμηση χωρίς ολοκληρωμένα αντιπλημμυρικά έργα αυξάνει τον κίνδυνο.
- Ο κατακερματισμός αρμοδιοτήτων καθυστερεί την πρόληψη.
- Χωρίς ενιαία διαχείριση λεκανών απορροής, τα φαινόμενα θα επαναληφθούν.
Γιατί η Γλυφάδα και η Βούλα θα βρεθούν ξανά κάτω από το νερό

Η πλημμύρα της περασμένης Τετάρτης στα νότια προάστια δεν ήταν ούτε αιφνιδιασμός ούτε ακραία εξαίρεση. Ήταν η επανάληψη ενός σεναρίου που εδώ και χρόνια περιγράφεται σε τεχνικές μελέτες, αλλά σπάνια μεταφράζεται σε πολιτικές αποφάσεις. Το επεισόδιο ανέδειξε, για ακόμη μία φορά, τη δομική αδυναμία του κράτους να διαχειριστεί τα ρέματα του Υμηττού, καθώς και το χρόνιο μπέρδεμα αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικής διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης.
Σύμφωνα με την επικαιροποιημένη μελέτη του master plan αντιπλημμυρικής προστασίας της Αττικής, που εκπονήθηκε το 2023 για λογαριασμό του υπουργείου Υποδομών, η αστική ζώνη της Γλυφάδας και της Βούλας–Βουλιαγμένης δέχεται τα όμβρια ύδατα της δυτικής πλευράς του Υμηττού μέσω ενός δικτύου ρεμάτων, το οποίο όμως διακόπτεται συστηματικά μέσα στον αστικό ιστό. Τρία μεγάλα ρέματα και αρκετά μικρότερα χάνουν τη φυσική τους συνέχεια, με αποτέλεσμα το νερό να «εμφανίζεται» ξαφνικά στους δρόμους.
Η μελέτη επισημαίνει ότι ρέματα όπως ο Κατσίκα, ο Βαρελάς, ο Πιρνάρης, αλλά και τμήμα του ρέματος Ντούνα –μετά από εκτροπή– οδηγούνται σε περιοχές όπου δεν έχει διατηρηθεί καμία ανοιχτή κοίτη. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην περιοχή της Τερψιθέας, όπου συγκλίνουν περισσότερα ρέματα από τις πλαγιές του Υμηττού, τα οποία όμως «σβήνουν» μόλις συναντήσουν την πολεοδομημένη ζώνη.
Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: σε κάθε έντονη βροχόπτωση, οι δρόμοι μετατρέπονται σε φυσικές διόδους απορροής, χωρίς ανάχωμα, χωρίς χώρο εκτόνωσης.
Όταν τα ρέματα συναντούν το σχέδιο πόλης
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τα νερά ορισμένων ρεμάτων καταλήγουν πλέον σε περιοχές που εντάχθηκαν πρόσφατα στο σχέδιο πόλης, όπως η ζώνη «Καφεπωλών» στη Γλυφάδα. Πρόκειται για μια πρακτική που έχει επαναληφθεί και αλλού στην Αττική, με πιο τραγικό παράδειγμα τη Μάνδρα: πρώτα αγνοείται η υδρολογία και έπειτα αναζητούνται ευθύνες μετά την καταστροφή.
Στη Βούλα, τα ρέματα Λυκόρεμα και Αιξωνή ξεκινούν από τις νότιες απολήξεις του Υμηττού, εισέρχονται στον αστικό ιστό και στη συνέχεια διευθετούνται ή διακόπτονται, χάνοντας τη φυσική τους λειτουργία. Το υδρογραφικό δίκτυο υπάρχει ακόμη στους χάρτες, όχι όμως και στο πεδίο.
Υμηττός: ένα βουνό χωρίς άμυνες
Η εικόνα επιβαρύνεται από την κατάσταση των πλαγιών του Υμηττού. Διαδοχικές πυρκαγιές, εμπρησμοί και δεκαετίες οικοπεδοποίησης έχουν αλλοιώσει τη φυσική ικανότητα του βουνού να συγκρατεί νερό και φερτά υλικά. Η μεγάλη φωτιά του Ιουνίου 2022, που έκαψε περίπου 3.000 στρέμματα σε Γλυφάδα και Βούλα, άφησε πίσω της εδάφη εκτεθειμένα, τα οποία σε κάθε ισχυρή βροχή διοχετεύουν λάσπη και πέτρες προς τις κατοικημένες περιοχές.
Η σύγκρουση: μύθοι, ευθύνες και πολιτική άρνηση
Στην πρόσφατη εκδήλωση του Συνδέσμου Προστασίας και Ανάπτυξης Υμηττού (ΣΠΑΥ), οι πλημμύρες βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας έντονης αντιπαράθεσης. Από την πλευρά της πολιτείας, ο γενικός γραμματέας Δασών υποστήριξε ότι ούτε τα αντιπυρικά έργα του προγράμματος Antinero ούτε οι πρόσφατες πυρκαγιές ευθύνονται για την ένταση της πλημμύρας, χαρακτηρίζοντας τις σχετικές αιτιάσεις «μύθους».
Στον αντίποδα, ο δήμαρχος Βάρης–Βούλας–Βουλιαγμένης περιέγραψε μια εντελώς διαφορετική εμπειρία: δήμους που προειδοποιούν, ζητούν έργα ορεινής υδρονομίας και τελικά αναγκάζονται να τα χρηματοδοτήσουν μόνοι τους, αφού πρώτα λάβουν διαβεβαιώσεις ότι «δεν υπάρχει κίνδυνος». Όπως τόνισε, τα φερτά υλικά που θεωρητικά δεν υπήρχαν, χρειάστηκαν εκατοντάδες φορτηγά για να απομακρυνθούν μετά την καταιγίδα.
Αποζημιώσεις που δεν έρχονται ποτέ
Την ίδια στιγμή, η δυσπιστία των πολιτών εντείνεται. Στο Μαρκόπουλο, μετά την κακοκαιρία «Daniel», εκατοντάδες αιτήσεις αποζημίωσης παραμένουν ανεκπλήρωτες. Το μήνυμα είναι σαφές: ακόμη κι όταν η ζημιά αναγνωρίζεται, το κράτος αδυνατεί να ανταποκριθεί έγκαιρα.
Το μέτωπο με τον ΔΕΔΔΗΕ
Στο ήδη φορτισμένο κλίμα προστέθηκε και η σύγκρουση του Δήμου Γλυφάδας με τον ΔΕΔΔΗΕ, με αφορμή έργο υπογειοποίησης καλωδίων στις πλαγιές του Υμηττού. Ο δήμος καταγγέλλει ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών μπήκε σε ρέμα μεγάλος όγκος χωμάτων, δημιουργώντας έναν πρόχειρο ταμιευτήρα που κατέρρευσε κατά την καταιγίδα, απελευθερώνοντας ορμητικά νερά και φερτά υλικά.
Η εταιρεία απαντά ότι το έργο είναι απολύτως νόμιμο και βασίζεται σε εγκεκριμένες μελέτες, αφήνοντας τη δικαστική οδό να κρίνει ποιος έχει δίκιο. Σε κάθε περίπτωση, το επεισόδιο αποτυπώνει το έλλειμμα συντονισμού ακόμη και σε έργα που θεωρούνται αναγκαία.
Το συμπέρασμα
Η Γλυφάδα και η Βούλα δεν κινδυνεύουν να πλημμυρίσουν ξανά επειδή «βρέχει περισσότερο». Κινδυνεύουν επειδή τα ρέματα έχουν εξαφανιστεί από το τοπίο αλλά όχι από τη φυσική πραγματικότητα, επειδή οι αρμοδιότητες είναι κατακερματισμένες και επειδή η πρόληψη υποχωρεί διαρκώς μπροστά στην ανάπτυξη και τη γραφειοκρατία.
Όσο το νερό δεν βρίσκει τον δρόμο του προς τη θάλασσα, θα τον βρίσκει μέσα από τα σπίτια.