Οι παγίδες του θετικού παραγωγικού κενού … και τα «καμπανάκια» Στουρνάρα

Οι παγίδες του θετικού παραγωγικού κενού…

Πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία περιλαμβάνει η ετήσια ενδιάμεση έκθεση νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος. Όπως αναφέρει ο Γιάννης Στουρνάρας, η ελληνική οικονομία διατηρεί ρυθμό ανάπτυξης υψηλότερο από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2,1% τόσο το 2025 όσο και το 2026. Η δυναμική αυτή στηρίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, ενώ η εγχώρια ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας, οδηγώντας σε θετικό παραγωγικό κενό, όπως επισημαίνεται στην έκθεση.

Τι σημαίνει θετικό παραγωγικό κενό; Ότι η ζήτηση για εργατικά χέρια, υπηρεσίες, κατοικίες, υποδομές κ.ο.κ. είναι μεγαλύτερη από την προσφορά, γεγονός που προκαλεί άνοδο των τιμών και αυξημένο κόστος, το οποίο οι επιχειρήσεις μετακυλίουν στους καταναλωτές. Αποτέλεσμα είναι η ανάπτυξη να καταγράφεται στα μακροοικονομικά μεγέθη, χωρίς όμως να μεταφράζεται άμεσα σε βελτίωση της αγοραστικής δύναμης. Έτσι, ενώ βραχυπρόθεσμα το θετικό παραγωγικό κενό αποτυπώνει μια οικονομία με ισχυρή δυναμική, μακροπρόθεσμα υπονομεύει τη σταθερότητα των τιμών, περιορίζει τα περιθώρια φορολογικών ελαφρύνσεων και αναγκάζει τις αρχές να υιοθετούν πιο αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, προκειμένου να μην παγιωθεί ο πληθωρισμός.

…και τα «καμπανάκια» Στουρνάρα

Μερικά ακόμη «καμπανάκια» χτυπάει ο Κεντρικός Τραπεζίτης. Όπως σημειώνει, ο αγροτικός τομέας ιδιαίτερα, συγκρινόμενος με άλλες χώρες που μάλιστα δεν διαθέτουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδος, χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλή παραγωγικότητα, η οποία θα μπορούσε να αυξηθεί δραστικά αν ακολουθηθεί το παράδειγμα αυτών των χωρών. Το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ατζέντας ιδίως εν μέσω αγροτικών κινητοποιήσεων. Ένα ακόμη ζήτημα θίγει ο κ. Στουρνάρας. Σύμφωνα με τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας προβλέπεται ότι θα υποχωρήσει κάτω από το 2% την περίοδο 2027-29.

Η επιβράδυνση αυτή αναδεικνύει τον κίνδυνο η οικονομία να επανέλθει σε μια τροχιά μέτριας μεγέθυνσης, αν δεν υποκατασταθεί η προσωρινή ευρωπαϊκή στήριξη από διατηρήσιμες ιδιωτικές επενδύσεις και άλλες ενδογενείς πηγές δυναμισμού, καθώς και από διαρθρωτικές αλλαγές που στηρίζουν μακροπρόθεσμα την ανάπτυξη. Θα καταστεί εφικτή η αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων και η υλοποίηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων; Δύσκολο στοίχημα, εάν λάβουμε υπόψη τι έχει, μέχρι σήμερα, γίνει.

Παρά δηλαδή, τη σημαντική άνοδό τους από το 2019 (60% μέχρι το 2025), τα τελευταία χρόνια ο ρυθμός αύξησης του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου είναι χαμηλότερος από τις αρχικές προβλέψεις και το επενδυτικό κενό σε σχέση με την ΕΕ, αν και έχει ήδη μειωθεί, εν μέρει χάρη στη συμβολή του RRF, παραμένει αρκετά υψηλό. Και μολονότι οι επενδύσεις και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια ως ποσοστό του ΑΕΠ, η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να αποτελεί περίπου το 70% του ΑΕΠ, όταν στην ευρωζώνη βρίσκεται γύρω στο 53%. Παράλληλα, παρά την αύξηση της προστιθέμενης αξίας σε κλάδους όπως η μεταποίηση, η υψηλότερη συνολική προστιθέμενη αξία τα τελευταία χρόνια προέρχεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της από τον τουρισμό και την εστίαση, γεγονός που ενισχύει την εξάρτηση από δραστηριότητες ευάλωτες σε εξωγενείς κρίσεις και στις πιέσεις της κλιματικής αλλαγής.