Οσμή σκανδάλου με τους ασύρματους διάσωσης για τους πιλότους των μαχητικών | Καθυστερεί 21 χρόνια η παραλαβή τους | Ο διαγωνισμός του 2003 για το σύστημα διάσωσης αεροπόρων

Οσμή σκανδάλου με τους ασύρματους διάσωσης για τους πιλότους των μαχητικών | Καθυστερεί 21 χρόνια η παραλαβή τους | Ο διαγωνισμός του 2003 για το σύστημα διάσωσης αεροπόρων

Οσμή σκανδάλου με τους ασύρματους διάσωσης για τους πιλότους των μαχητικών – Καθυστερεί 21 χρόνια η παραλαβή τους.

Δεν μπορεί, για παράδειγμα, επί μισό και πλέον αιώνα να είσαι μετρ στην αγορά αυτοκινήτου, ή στην επιλογή έργων τέχνης ως αξιόπιστος συλλέκτης, να βάζεις τη σφραγίδα σου στην πολιτιστική ταυτότητα του τόπου σου και ξαφνικά να επιχειρείς να δραστηριοποιηθείς και στην εμπορία αμυντικών/οπλικών συστημάτων. Με μαθηματική ακρίβεια οδήγησε στα βράχια και μαζί μ’ εσένα και εκείνοι που σε εμπιστεύτηκαν και σου έδωσαν τη δουλειά.

Αυτό συνέβη με την προμήθεια ασυρμάτων διάσωσης της Πολεμικής Αεροπορίας που επί είκοσι χρόνια (2003) καρκινοβατεί και δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί με αποτέλεσμα να είμαστε η μοναδική Πολεμική Αεροπορία που δεν διαθέτει συστήματα για τον εντοπισμό πιλότων αεροσκαφών που έχουν πέσει και χρήζουν διασώσεως.

Και επειδή ο προμηθευτής είναι γόνος της καλής κοινωνίας το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, όλα αυτά τα χρόνια αδρανεί ως προς τον καταλογισμό ευθυνών και ρητρών στην εταιρεία που είχε αναλάβει το έργο της προμήθειάς τους και η οποία αποδείχθηκε ανακόλουθη ως προς την τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων.

Το θέμα αναδεικνύει ο Θανάσης Κουκάκης σε άρθρο του στο dnews και το αναδημοσιεύουμε:

Οι πομποί διάσωσης των αεροπόρων

Πρόκειται για μια υπόθεση που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως νεοελληνική γραφειοκρατική παραφροσύνη, αλλά έχει σοβαρές συνέπειες που μπορεί να κοστίσουν ζωές. Από το 2003, ήτοι εδώ και 21 ολόκληρα χρόνια, εκκρεμεί το ζήτημα της προμήθειας συστημάτων για τον εντοπισμό πιλότων πολεμικών αεροσκαφών που έχουν καταπέσει και χρήζουν διασώσεως.

Η έλλειψη των εν λόγω συστημάτων έγινε προφανής για ακόμη μια φορά όταν προ τετραμήνου μαχητικό F-16 κατέπεσε κατά την διάρκεια ασκήσεως στη νησίδα Ψαθούρα και τα σωστικά ελικόπτερα έκαναν σχεδόν δύο ώρες για να εντοπίσουν τον πιλότο. Η καθυστέρηση αυτή θα μπορούσε να έχει αποβεί μοιραία, κάτι που ευτυχώς, στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέβη. Αλλά γιατί το υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν έχει μετά από 21 ολόκληρα χρόνια προμηθευτεί το επίμαχο σύστημα διάσωσης;

Ο διαγωνισμός του 2003

Το σχετικό διαγωνισμό τον είχε κερδίσει η εταιρεία TEOTEC ΑΕ, η οποία είχε αναλάβει να προμηθεύσει την Πολεμική Αεροπορία με συστήματα της Rockwell Collins (οι πιλότοι της Πολεμικής Αεροπορίας θα εφοδιάζονταν με τους πομπούς και τα ελικόπτερα έρευνας και διάσωσης με τους αντίστοιχους δέκτες). Τι φταίει όμως και, ενώ έχουν περάσει περισσότερα από 21 χρόνια, από την κατακύρωση της σχετικής σύμβασης, ακόμη η Πολεμική Αεροπορία δεν έχει παραλάβει τα συστήματα αυτά; Η προμήθεια αποδείχθηκε τεχνικά προβληματική.

Συγκεκριμένα, οι διαστάσεις των πομπών ήταν μεγαλύτερες από τις προβλεπόμενες, γεγονός που τους καθιστούσε δύσκολους στη μεταφορά και αύξανε τον κίνδυνο τραυματισμού του πιλότου κατά την εκτίναξη του καθίσματός του. Ο αριθμός των εκ των προτέρων προγραμματισμένων μηνυμάτων που μπορούσε να στείλει ο πομπός ήταν μικρότερος από αυτόν που απαιτούνταν, δημιουργώντας προβλήματα στην επικοινωνία. Το βεληνεκές επικοινωνίας ήταν μόλις 80 ναυτικά μίλια, αντί των 125 που προβλεπόταν από τη σύμβαση, μειώνοντας δραματικά την αποτελεσματικότητα των συστημάτων.

Επιπλέον, η διάρκεια ζωής της μπαταρίας ανά φόρτιση ήταν μικρότερη από την προβλεπόμενη, υπονομεύοντας την αξιοπιστία των πομπών. Για τους παραπάνω λόγους η Πολεμική Αεροπορία αρνήθηκε να παραλάβει τους πρώτους 50 πομποδέκτες, προκαλώντας την αντίδραση της εταιρείας TEOTEC, η οποία προσέφυγε στη διαιτησία και ζήτησε αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο. Αυτό κατέστη δυνατό λόγω του τότε ισχύοντος πλαισίου προμηθειών (ΠΔ 284/1989), το οποίο υποχρέωνε το υπουργείο Εθνικής Άμυνας να παραλαμβάνει υλικά μειωμένων επιδόσεων διεκδικώντας μόνο μείωση τιμής μέσω διαιτησίας. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της TEOTEC και του υπουργείου κράτησαν για πολλά έτη, ενώ το 2015 προέκυψε νέο ζήτημα όταν η Rockwell Collins ανακοίνωσε τη διακοπή παραγωγής του συστήματος. Σε εκείνο το χρονικό σημείο, στελέχη της TEOTEC πρότειναν την κατάργηση της εκκρεμούς σύμβασης και την προσφορά του νέου συστήματος Quick Draw II της General Dynamics, το οποίο είχε σημαντικά χαμηλότερο κόστος. Για την πρόταση αυτή δεν είχαν υπάρξει αντιρρήσεις.

Η Επιτροπή Διαπραγματεύσεων του υπουργείου είχε αναγνωρίσει ότι οι ανάγκες της Πολεμικής Αεροπορίας είναι εξαιρετικά μεγάλες και ότι οι ασύρματοι διάσωσης, σε συνδυασμό με τα συστήματα Quick Draw ΙΙ, είναι απαραίτητοι. Ωστόσο, η κατάσταση περιεπλάκη περαιτέρω όταν ξέσπασε δικαστική διαμάχη εντός της προμηθεύτριας εταιρείας, μεταξύ του βασικού μετόχου και των στελεχών που διαπραγματεύτηκαν τη νέα προσφορά. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα.

Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν έχει κηρύξει έκπτωτη την TEOTEC, παρόλο που η νέα διαπραγμάτευση ολοκληρώθηκε το 2018 και η εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της. Και αν και το πλέον φυσιολογικό θα ήταν η ακύρωση της σύμβασης και η αναζήτηση άλλων προμηθευτών για τους ασυρμάτους διάσωσης αυτό δεν έχει γίνει εδώ και έξι χρόνια. Και η γραφειοκρατική εμπλοκή – αν πρόκειται για τέτοια – είναι αδικαιολόγητη , καθώς μιλάμε για συστήματα χαμηλού κόστους που σώζουν ζωές.

Αρνητική καθαρή θέση

Είναι η TEOTEC σε θέση να ολοκληρώσει την προμήθεια; Δεν το ξέρουμε. Αυτό που ξέρουμε είναι πως σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις του 2022 που δημοσιεύθηκαν προ μηνών η καθαρή θέση της εταιρείας στη λήξη της χρήσης ήταν αρνητική κατά – 5,38 εκατ. ευρώ. Το σύνολο των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων της εταιρείας ήταν 10,34 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς τράπεζες ποσού 4,77 εκατ. ευρώ.

Το κυκλοφορούν ενεργητικό της TEOTEC ήταν μόλις 3,23 εκατ. ευρώ, ήτοι δεν κάλυπτε παρά ένα μικρό μέρος των υποχρεώσεων. Μάλιστα, στις οικονομικές καταστάσεις αναφέρεται πως η Διοίκηση της εταιρείας, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ρευστότητας που απορρέουν από αυτές τις συνθήκες, «έχει εξαντλήσει τις προσπάθειες για τη μείωση των λειτουργικών εξόδων». Στο πλαίσιο αυτό η εταιρεία «δεν απασχολεί προσωπικό».