Ελλάδα 2025 | Ο τραμπισμός είναι ήδη εδώ | Ένα εισαγόμενο πολιτικό φαινόμενο;

Ο Τραμπισμός στην Ελλάδα: Ένα εισαγόμενο πολιτικό φαινόμενο;

Διονύσης Τζουγανάτος

Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών το 2016 αρχικά και το 2024 εν συνεχεία δεν προκάλεσε μόνο αναταράξεις στην αμερικανική πολιτική σκηνή, αλλά και ευρύτερους κραδασμούς στο παγκόσμιο πολιτικό τοπίο. Ο “Τραμπισμός” – ένα μείγμα εθνολαϊκισμού, αντισυστημικής ρητορικής, ξενοφοβίας, οικονομικού προστατευτισμού και περιφρόνησης για τους θεσμούς – έχει από τότε εμπνεύσει πολιτικά κινήματα και ηγέτες σε πολλές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

Τα χαρακτηριστικά του Τραμπισμού

Για να μιλήσουμε για τραμπισμό στην Ελλάδα, πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι είναι. Ο τραμπισμός δεν είναι ιδεολογία με τη στενή έννοια του όρου. Είναι περισσότερο μια προσέγγιση στον πολιτικό λόγο και στην εξουσία που βασίζεται σε:

  • Αντι-ελίτ και αντι-θεσμική ρητορική
  • Εθνικιστική ρητορεία και έμφαση στην “τάξη και ασφάλεια”
  • Απεχθή στάση προς τα παραδοσιακά ΜΜΕ (fake news)
  • Ανοχή ή και υποκίνηση της συνωμοσιολογίας
  • Προσωποπαγή πολιτική, βασισμένη σε έναν «ισχυρό ηγέτη»

Πώς μεταφράζεται αυτό στην ελληνική πραγματικότητα;

Ο τραμπισμός δεν εμφανίστηκε στην Ελλάδα αυτούσιος, αλλά στοιχεία του έχουν υιοθετηθεί από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, κυρίως στη δεξιά και ακροδεξιά, αλλά όχι μόνο.

1. Πολιτικά κόμματα και πρόσωπα

Από την περίοδο των Μνημονίων και μετά, η αντισυστημική ρητορική έγινε δημοφιλής. Κόμματα όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και αργότερα η Ελληνική Λύση, αλλά και προσωπικότητες όπως ο Κυριάκος Βελόπουλος, υιοθέτησαν έναν λόγο που θυμίζει σε σημεία τον τραμπισμό: έντονος εθνικισμός, συνωμοσιολογία (π.χ. θεωρίες για εμβόλια, παγκόσμιες ελίτ), επιθετική στάση προς τα παραδοσιακά ΜΜΕ και τους “ειδικούς”.

2. Τα κοινωνικά δίκτυα ως πεδίο εξάπλωσης

Η εξάπλωση του τραμπισμού στην Ελλάδα ευνοήθηκε από τα social media, τα οποία επέτρεψαν σε πολιτικές φωνές εκτός mainstream να ακουστούν. Οι πλατφόρμες αυτές διευκόλυναν τη διάδοση ψευδών ειδήσεων, συνωμοσιών, αλλά και την καλλιέργεια μίσους, προωθώντας έναν πολιτικό λόγο χαμηλού επιπέδου, βασισμένο στο θυμικό και όχι στη λογική ή την τεκμηρίωση.

3. Η πανδημία και η κρίση εμπιστοσύνης

Η περίοδος της πανδημίας υπήρξε καταλυτική για την εξάπλωση του τραμπιστικού φαινομένου στην Ελλάδα. Η δυσπιστία απέναντι στους επιστήμονες, η άρνηση των εμβολίων, η εχθρότητα απέναντι στο «σύστημα» και οι αναφορές σε παγκόσμιες συνωμοσίες υπενθύμισαν έντονα τον λόγο του Τραμπ στις ΗΠΑ. Αρκετοί Έλληνες υιοθέτησαν ανάλογες απόψεις και στάσεις, δημιουργώντας ένα έδαφος για πολιτικούς που μιλούν «τη γλώσσα του θυμού».

Τραμπισμός χωρίς Τραμπ;

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ακριβές αντίγραφο του Τραμπ – δηλαδή ένας ηγέτης με ανάλογο χάρισμα, πλούτο και επιρροή. Ωστόσο, το ύφος και οι μέθοδοι του έχουν επηρεάσει σημαντικά τον δημόσιο διάλογο. Ο λόγος γίνεται όλο και πιο πολωτικός, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς διαβρώνεται, ενώ η πολιτική αντιπαράθεση συχνά αντικαθίσταται από κραυγές, fake news και συνθήματα.

Τι σημαίνει αυτό για τη δημοκρατία;

Ο τραμπισμός – είτε με Αμερικανική είτε με Ελληνική προφορά – δοκιμάζει τα όρια της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η καχυποψία προς τους θεσμούς, η πόλωση και η περιθωριοποίηση της επιστήμης και της λογικής δεν είναι απλώς ρητορικές στρατηγικές· είναι απειλές για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η αποδοχή ή η ανοχή τέτοιων φαινομένων ανοίγει τον δρόμο για αυταρχικές πρακτικές και κοινωνικό διχασμό.


Συμπερασματικά, ο τραμπισμός στην Ελλάδα μπορεί να μην έχει αποκτήσει έναν ενιαίο πολιτικό φορέα, αλλά τα στοιχεία του είναι εμφανή σε μερίδα του πολιτικού λόγου και της κοινωνικής συμπεριφοράς. Η αντιμετώπισή του δεν απαιτεί λογοκρισία, αλλά περισσότερη παιδεία, ενίσχυση της κριτικής σκέψης και ενδυνάμωση της δημοκρατικής κουλτούρας.

Πιο συγκεκριμένα τι πράττει ο Τραμπισμός στη δεύτερη θητεία του – Πώς επηρεάζει τη Νέα Δημοκρατία

Ας προχωρήσουμε σε μία σταχυολόγηση των βασικών χαρακτηριστικών του τραμπισμού ως μοντέλου άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας στ:

  • Η άρνηση οποιασδήποτε συναίνεσης γύρω από τις εναλλακτικές επιλογές, μέσα από την σπουδή οι περισσότερες αποφάσεις να λαμβάνονται με εκτελεστικές διαταγές του προέδρου, αποφεύγοντας το Κογκρέσο, όσο μπορεί.
  • Η περιφρόνηση για το κράτος δικαίου μέσα από αποφάσεις που παραβιάζουν ακόμη και το αμερικανικό Σύνταγμα.
  • Η ακροδεξιά αντιμεταναστευτική γραμμή, κυρίως γιατί θέλει να προσφέρει στην εκλογική του βάση την «εικόνα» ότι κάνει κάτι γι’ αυτό το θέμα, παραβιάζοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών, αλλά αδιαφορώντας ακόμη και για τις ανάγκες της αμερικανικής οικονομίας δεδομένου ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι ένα σημαντικό τμήμα του αμερικανικού εργατικού δυναμικού (κάτι που εξηγεί, για παράδειγμα, γιατί αντιδρά ο Κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, μιας Πολιτείας που είναι η τέταρτη οικονομία του πλανήτη).
  • Η επιλεκτική στοχοποίηση των φοιτητών που κινητοποιούνται στα αμερικανικά πανεπιστήμια και ο πρωτοφανής εκβιασμός των πανεπιστημίων (συμπεριλαμβανομένων και αυτών με τεράστιο κύρος όπως το Χάρβαρντ) να συμμορφωθούν με την ιδεολογία της κυβέρνησης Τραμπ.
  • Οι μεγάλες περικοπές δαπανών στο δημόσιο τομέα, που φτάνουν σε σημείο να θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια κρίσιμων υποδομών, καταφέροντας σημαντικά πλήγματα στο ούτως ή άλλως κουτσουρεμένο κοινωνικό κράτος.
  • Η ενεργοποίηση όχι και τόσο διαφανών μηχανισμών για τον απόλυτο έλεγχο της δημόσιας σφαίρας με στόχο τη διατήρηση της εξουσίας, μέσω και της διασφάλισης των συμφερόντων των λίγων και εκλεκτών.

Εάν κανείς δει αυτά τα σημεία, αμέσως βλέπει τις αναλογίες με όσα ζούμε στην Ελλάδα.

Την αντίληψη ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που δεν αντιστοιχεί σε κανένα βαθμό σε όσα αποτυπώνονται στις δημοσκοπήσεις, σημαίνει και πολιτική παντοκρατορία και δυνατότητα να ψηφίσει όποιο μέτρο θέλει, χωρίς καμία συζήτηση με την κοινωνία και καμία αναζήτηση συναίνεσης με την αντιπολίτευση.

Την περιφρόνηση για το κράτος δικαίου, την προσπάθεια χειραγώγησης της δικαιοσύνης και την άρνηση ανάληψης ευθύνης που είδαμε και στην περίπτωση των υποκλοπών και στην περίπτωση των Τεμπών.

Τον τρόπο με τον οποίο έχει αποφασίσει η κυβέρνηση να σκληρύνει τη γραμμή για το μεταναστευτικό, σε μια περίοδο όπου ιδίως στην επαρχία έχουμε ακόμη και έλλειψη εργατικών χεριών, με βασικό στόχο να δείξει σε ένα ακροδεξιό ακροατήριο ότι έχει «σκληρή γραμμή», με τον αρμόδιο υπουργό να εξαγγέλλει μαζικές συλλήψεις, κρατήσεις και απελάσεις μεταναστών.

Τον τρόπο που έχει κατασκευάσει η κυβέρνηση μια ολόκληρη θεωρία για την «πανεπιστημιακή βία», μόνο και μόνο για να στοχοποιήσει τα δημόσια πανεπιστήμια, σε μια περίοδο που προσπαθεί να νομιμοποιήσει τα ιδιωτικά σουπερμάρκετ πτυχίων.

Την εχθρική στάση απέναντι στους εργαζομένους στο δημόσιο, παρότι αυτοί είναι που κρατάνε όρθιο το κράτος.

Προφανώς και η Ελλάδα δεν είναι ΗΠΑ. Άλλες οι συνθήκες, άλλα τα μεγέθη, άλλα τα θεσμικά πλαίσια.

Αλλά το νήμα του αυταρχισμού, της εργαλειοποίησης των θεσμών, του φλερτ με την ακροδεξιά πολιτική, και μια τελικά λαϊκιστική ρητορική (έστω και στη μορφή του «νεοφιλελεύθερου λαϊκισμού» της ελληνικής κυβέρνησης) είναι κοινό και στις δύο περιπτώσεις.

Πράγμα που σημαίνει ότι κανένας δεν χρειάζεται να «εισάγει» τον τραμπισμό στην Ελλάδα.

Είναι ήδη εδώ.