Στουρνάρας: Μείωση του στόχου για τα πλεονάσματα

πλεονάσματα

Η μείωση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα, κοντά στο 2,2%, δεν θα επηρέαζε την βιωσιμότητα και θα ενίσχυε την οικονομική ανάπτυξη. Αυτά ανέφερε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας παρουσιάζοντας την ενδιάμεση έκθεσή του στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής.

Ο κ. Στουρνάρας ανέφερε πως η ελληνική οικονομία συνεχίζει να ανακάμπτει παρά την παγκόσμια επιβράδυνση.

Τόνισε πως η Ελλάδα έχει αναπτυξιακή δυναμική, θετικές εξελίξεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα, με αύξηση καταθέσεων, ενώ οι αποδόσεις ομολόγων αποκλιμακώθηκαν.

Ο κ. Στουρνάρας τόνισε επίσης πως η οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει περιοριστικές συνθήκες σε σύγκριση με τη ζώνη του ευρώ, ως συνέπειες της βαθιάς κρίσης.

Παρατήρησε ωστόσο πως έχουν αυξηθεί οι κίνδυνοι από την επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης. Μάλιστα συνέστησε αποφασιστική και γρήγορη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων αλλά και μείωση της γραφειοκρατίας.

Στο πλαίσιο αυτό η μείωση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα, κοντά στο 2,2%, δεν θα επηρέαζε την βιωσιμότητα και θα ενίσχυε την οικονομική ανάπτυξη.

“Αναιμική η κερδοφορία των τραπεζών”

Αναφορικά με τις τράπεζες, είπε πως η κερδοφορία τους παραμένει αναιμική, όμως η κεφαλαιακή τους επάρκεια παραμένει σε ικανοποιητικό επίπεδο.

Τα μισά κεφάλαια των τραπεζών είναι από κεφάλαια αναβαλλόμενων φόρων όπως είπε, και υποστήριξε πως είναι θετική εξέλιξη το ότι συνομολογούν λύσεις μακροπρόθεσμου χαρακτήρα με επιμήκυνση χρόνου αποπληρωμής.

Εκτίμησε επίσης πως το σχέδιο Ηρακλής θα συμβάλλει στην ταχύτερη αποκλιμάκωση των κόκκινων δανείων.

ριζική αντιμετώπιση των προκλήσεων στον τραπεζικό τομέα, με τα συστημικά μέσα που προαναφέρθηκαν και τον εκσυγχρονισμό και την ενιαιοποίηση του καθεστώτος αφερεγγυότητας, που η κυβέρνηση επεξεργάζεται και πρόκειται να εφαρμόσει εντός του α’ εξαμήνου του 2020.

– Η ενίσχυση του “τριγώνου της γνώσης”, δηλ. της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, με την υιοθέτηση πολιτικών και μεταρρυθμίσεων που ενθαρρύνουν την έρευνα, διευκολύνουν τη διάδοση της τεχνολογίας, τονώνουν την επιχειρηματικότητα και ενισχύουν τους δεσμούς μεταξύ επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων.

-Η αντιμετώπιση της υψηλής ανεργίας. Τα ποσοστά ανεργίας των νέων, των γυναικών και των μακροχρόνια ανέργων παραμένουν υψηλά και αναδεικνύουν την ανάγκη διατήρησης της ευελιξίας της αγοράς εργασίας αφενός και εφαρμογής επιπρόσθετων στοχευμένων πολιτικών στήριξης της απασχόλησης για αυτές τις ομάδες αφετέρου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *